ΤΑ ΑΓΓΛΟΦΩΝΑ ΜΜΕ & Η ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ: ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

της Δρ. ΝΙΚΗ ΚΑΛΟΓΗΡΑΤΟΥ,

Το παρόν άρθρο αναδημοσιεύεται από το “Γιωτάκος O, Πρεκατέ B. (επ.) Σεξουαλική Κακοποίηση: Μυστικό Όχι Πιά. Ελληνικά Γράμματα, 2006

Το αντικείμενο της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων αποτελεί ανάθεμα στη σύγχρονη ελληνική και διεθνή πραγματικότητα. Οι υποθέσεις που έρχονται στο φως της δημοσιότητας προκαλούν φρίκη και τρόμο. Η ευαισθητοποίηση και η αφύπνιση του κοινού δε θα ήταν εύκολη χωρίς τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Προκειμένου να διαπιστώσουμε τα οφέλη αλλά και τα μειονεκτήματα του ρόλου που διαδραματίζουν τα Media, είναι ενδιαφέρον να στραφούμε στο παράδειγμα του αγγλόφωνου κόσμου και την εμπειρία με ένα πιο ιδιαίτερο θέμα: την ανάκληση αναμνήσεων σεξουαλικής παιδικής κακοποίησης.

Ο ρόλος των μέσων μαζικής επικοινωνίας στα πλαίσια κοινωνικών φαινομένων έχει συχνά αμφισβητηθεί. Τα ΜΜΕ φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο στη δόμηση της κοσμοθεωρίας μας. Ωστόσο, όπως αναφέρει ο Niklas Luhmann, γνωρίζουμε τόσο πολλά σχετικά με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, ώστε δεν είμαστε σε θέση να εμπιστευτούμε όλες αυτές τις πηγές. Τα αντιμετωπίζουμε «με την υποψία ότι υπάρχει χειραγώγηση», η οποία δεν φαίνεται όμως να έχει άμεσες επιδράσεις στη ζωή μας. Αντίθετα, αυτό που φαίνεται να παίζει πρωταρχικό ρόλο είναι η εξουσία που ασκείται πάνω μας από τα Μέσα, ως πρωταρχικές πηγές γνώσης, από τις οποίες αντλούμε τις πληροφορίες που δομούν τον κόσμο μας (Luhmann 2003: 25): “Ό,τι γνωρίζουμε για την κοινωνία μας ή, καλύτερα, για τον κόσμο στον οποίο ζούμε, το γνωρίζουμε από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Αυτό ισχύει όχι μόνο όσον αφορά τη γνώση μας για την κοινωνία και την ιστορία, αλλά και τη γνώση μας για τη φύση. Ό,τι γνωρίζουμε για τη στρατόσφαιρα είναι το ίδιο με εκείνο που γνώριζε ο Πλάτωνας για την Ατλαντίδα: έχουμε ακούσει να μιλούν γι’ αυτή. Ή, όπως το θέτει ο Οράτιος: «Τα ‘χω ακουστά και κάποια τα πιστεύω».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ένα από τα σημαντικά προβλήματα που αναδείχθηκαν από το φεμινιστικό κίνημα ήταν η σεξουαλική κακοποίηση στο οικογενειακό και συγγενικό περιβάλλον και συγκεκριμένα η αιμομιξία. Η κοινωνική αφύπνιση σχετικά με το εν λόγω πρόβλημα, αντικατοπτρίστηκε από τα Media και ήρθε σε αντίθεση με τη στάση που είχε υιοθετηθεί σε προηγούμενες δεκαετίες. Χαρακτηριστικά, το 1953 δημοσιοποιήθηκε στις ΗΠΑ η έκθεση Kinsey σύμφωνα με την οποία η σεξουαλική κακοποίηση σε κορίτσια έως 14 ετών ανερχόταν σε 2-3% και δεν είχε ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχολογία των παιδιών (Russel, 1999:64). Σε μία συνέντευξη στο περιοδικό Penthouse του 1976, ο Wardell Pomeroy, ένας από τους ερευνητές της έκθεσης, δήλωσε ότι «η αιμομιξία ανάμεσα σε ενήλικες και νεώτερα παιδιά είναι πιθανόν να αποδειχθεί ως μία ικανοποιητική και πλούσια εμπειρία, παρόλο που σίγουρα μπορεί να παρουσιαστούν δυσκολίες» (Russel, 1999:8). Οι επίσημες αυτές θέσεις και απόψεις στα Media είναι ενδεικτικές του κλίματος που επικρατούσε την εποχή εκείνη.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 υπήρξε μια απότομη μεταστροφή στον αγγλόφωνο κυρίως κόσμο (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, Νέα Ζηλανδία, Αυστραλία, Καναδά) όταν δημιουργήθηκε μεταξύ άλλων το κίνημα της ανάκλησης καταπιεσμένων αναμνήσεων (recovered memory movement). Η επιστημονική μελέτη της αιμομιξίας από ψυχολόγους, ψυχιάτρους, κοινωνιολόγους ανέδειξε το πρόβλημα ως πιο διαδεδομένο και σοβαρό από ότι ήταν πιστευτό μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Παιδιά σχολικής ή προσχολικής ηλικίας, απωθούν από τη συνείδησή τους τραυματικές εμπειρίες σεξουαλικής κακοποίησης σε μια προσπάθεια να επιβιώσουν εν μέσω γεγονότων, τα οποία δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ψυχολογικά και να κατανοήσουν. Στη συνέχεια δημιουργούνται καταπιεσμένες αναμνήσεις που συνεχίζουν να επηρεάζουν το ενήλικο άτομο προκαλώντας ένα εύρος σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων. Υπάρχουν καταγεγραμμένες περιπτώσεις στις οποίες είχε αποδεδειγμένα ξεχαστεί για μία περίοδο ένα τραυματικό γεγονός (Mollon, 1998).

Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας έπαιξαν καίριο θετικό ρόλο στη ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, τη δημοσιοποίηση των νέων επιστημονικών συμπερασμάτων, την εκστρατεία για την πληροφόρηση του κοινού, την άρση του κοινωνικού ταμπού που καλύπτει τη σεξουαλική κακοποίηση, την αρχή της απόδοσης δικαιοσύνης κατά των δραστών, αλλά και αρνητικό ρόλο με την εμπορευματοποίηση της υπόθεσης, τη δημιουργία κλίματος πανικού, τη διάδοση ανυπόστατων φημών για χάρη της τηλεθέασης και την αύξηση των πωλήσεων.

Αποτέλεσμα και της θετικής κάλυψης από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, ήταν η δημιουργία μιας επιδημίας αποκαλύψεων καταπιεσμένων αναμνήσεων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 από άτομα που θυμήθηκαν ως ενήλικες, ότι είχαν πέσει θύματα αιμομιξίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης σε παιδική ηλικία. Τα θέματα αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο πλήθους ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών, ταινιών, περιοδικών, εφημερίδων και βιβλίων bestseller. Γνωστές προσωπικότητες του star system έκαναν δημόσιες αποκαλύψεις. Η τηλεοπτική αστέρας Roseanne Barr Arnold ανακάλυψε κατά τη διάρκεια ψυχοθεραπείας ότι είχε κακοποιηθεί σε βρεφική ηλικία και στη συνέχεια διακήρυξε το νέο της status ως επιζών σε τηλεοπτικά talk-shows. H τραγουδίστρια Joan Baez τραγούδησε σχετικά με την κακοποίηση στις σατανιστικές λατρείες (Pendergrast, 1996:47). Το 1984, εξήντα εκατομμύρια αμερικανοί τηλεθεατές συντόνισαν τους δέκτες τους στο κανάλι ABC για να παρακολουθήσουν μια τηλεοπτική ταινία, το Κάτι τρέχει με την Αμελία, στην οποία το ‘κάτι’ που βασάνιζε την Αμελία ήταν η αιμομιξία με τον υπεράνω υποψίας επαγγελματικά και κοινωνικά επιτυχημένο πατέρα της (Pendergrast, 1996:12).

Ετσι δημιουργήθηκε το φαινόμενο της ‘χιονοστιβάδας’. Όσο περισσότερα στοιχεία έρχονταν στο φως της δημοσιότητας, τόσο περισσότερες νέες υποθέσεις προέκυπταν. Στην Αμερική, οι καταγγελίες παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης απέκτησαν επιδημικές διαστάσεις με αύξηση 322% από το 1980 έως το 1990 (Sorensen & Snow, 1991). Κάποιοι άρχισαν να υποστηρίζουν ότι ένα 50% ή και 80% όλων των γυναικών έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά σε παιδική ηλικία. Δεν είναι σίγουρο εάν η επίδραση των ΜΜΕ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο κλίμα υστερίας που ακολούθησε, ή εάν ένα κοινωνικό φαινόμενο ανεξέλεγκτων διαστάσεων συμπαρέσυρε και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Πιθανόν υπήρξε μια αλληλεπίδραση.

Υποθέσεις ανάμνησης «σατανικής κακοποίησης», «τελετουργικής παιδικής κακοποίησης» και «λατρευτικής παιδικής κακοποίησης» όπου τα θύματα είχαν υποστεί βασανισμό, κανιβαλισμό και ανθρώπινες θυσίες έκαναν την εμφάνιση τους στα Media, αποτελώντας ένα ακαταμάχητο θέμα και θέαμα μαζικής κατανάλωσης και παράνοιας: εκατοντάδες γυναίκες ήταν προορισμένες για αναπαραγωγή, παιδιά θυσιάστηκαν στο Σατανά, τα σώματα τους διαμελίστηκαν και μοιράστηκαν στους συμμετέχοντες, οι οποίοι ήταν συγγενείς, φίλοι, γείτονες των θυμάτων, δάσκαλοι, εξέχοντα μέλη της κοινότητας (Cohen, 2003:xv). Παρόμοια θέματα είχαν τη δύναμη να αιχμαλωτίσουν τη λαϊκή φαντασία.  Το αμερικανικό National Center for Child Abuse and Neglect έχει ερευνήσει 12.000 κατηγορίες σατανιστικής τελετουργικής κακοποίησης χωρίς να βρεθούν αποδεικτικά στοιχεία (Russell, 1999:xxvii).

Την περίοδο εκείνη, ένα αυξανόμενο μέρος του αμερικανικού πληθυσμού πίστευε ότι είχε υποπέσει σε σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική ηλικία, την οποία είχε στη συνέχεια ξεχάσει. Αν κατόρθωνε να επαναφέρει στη μνήμη του τις αναμνήσεις αυτές, ένα μεγάλο μέρος των προβλημάτων που το βασάνιζαν στο παρόν θα εξαφανιζόταν: η παχυσαρκία, ο αλκοολισμός, η κατάθλιψη, τα προβλήματα σχέσεων, η κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών, η θρησκοληψία, η κλεπτομανία, η ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια ήταν κάποια από τα προβλήματα που αποδόθηκαν στη σεξουαλική κακοποίηση (Meacham, 2000).

Έγιναν δικαστικές αγωγές εναντίον γονέων, κηδεμόνων, ορφανοτροφείων, εκκλησιαστικών ιδρυμάτων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 υπολογίζεται ότι στις ΗΠΑ έγιναν 803 μηνύσεις βασισμένες μόνο σε ανακλημένες αναμνήσεις σεξουαλικής κακοποίησης (Lief, 1999). Για το σκοπό αυτό χρειάστηκε να αλλάξει η νομοθεσία σε πολλές αμερικανικές πολιτείες προκειμένου να αποδεχτεί την καθυστερημένη ανάκληση αναμνήσεων παιδικής κακοποίησης, της οποίας είχε παρέλθει ο δικάσιμος χρόνος (Lipton, 1999). Τα δικαστήρια συνήθως θεωρούσαν ένοχο όποιον κατηγορούνταν για σεξουαλική κακοποίηση, με βάση ανακλημένες αναμνήσεις χωρίς περαιτέρω αποδείξεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι δικαστικοί αγώνες εναντίον των υπευθύνων του παιδικού σταθμού McMartin Preschool, που καλύφθηκαν ανάμεσα σε άλλες από την έγκυρη εκπομπή Sixty Minutes του αμερικανικού τηλεοπτικού δικτύου CBS. Τον Αύγουστο του 1983 στην Καλιφόρνια, η Judy Johnson, η οποία αργότερα διαγνώστηκε ως παρανοϊκή σχιζοφρενής, παρατήρησε ότι ο γιός της είχε κόκκινα σημάδια στο σώμα του όταν γύρισε από τον παιδικό σταθμό και συμπέρανε ότι τον είχαν κακοποιήσει σεξουαλικά. Έκανε καταγγελία και χωρίς περαιτέρω έρευνα, το τοπικό αστυνομικό τμήμα της Καλιφόρνια έστειλε 200 επιστολές σε γονείς που χρησιμοποιούσαν τον ίδιο παιδικό σταθμό, προειδοποιώντας τους για «πιθανές εγκληματικές πράξεις» (Pendergrast, 1996:398-402).

Το συμπέρασμα γονιών και ειδικών ήταν ότι 369 από τα παιδιά αυτά, τα περισσότερα από τα οποία ήταν τριών ή τεσσάρων ετών, είχαν κακοποιηθεί και οι υπεύθυνοι καταδικάστηκαν και φυλακίστηκαν. Σήμερα είναι ελεύθεροι, αφού αποφυλακίστηκαν μετά από πέντε χρόνια άδικης φυλάκισης. Αποδείχθηκε η αθωότητά τους, καθώς έγινε φανερό ότι τα παιδιά τους έχουν κατηγορήσει υπό την πίεση παρατεταμένων ερωτήσεων από ενήλικες. Στην υπόθεση αυτή μεγάλο ρόλο έπαιξαν τα Media που πολλές φορές κάλυψαν με ανεύθυνο τρόπο την υπόθεση, και διέδωσαν αναληθείς πληροφορίες, όπως την ιδέα ότι «τα παιδιά δεν λένε ποτέ ψέματα για τέτοια θέματα». Το παράδειγμα της Καλιφόρνιας σε λίγα χρόνια βοήθησε να εμπνευστούν παρόμοιες υποθέσεις στην Αγγλία, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία. Κατά τον ίδιο τρόπο έκλεισαν πολλοί παιδικοί σταθμοί και ορφανοτροφεία και οι υπεύθυνοι φυλακίστηκαν, άλλοτε δίκαια και άλλοτε άδικα.

Καθώς η μία αγωγή εναντίον γονέων και κηδεμόνων ακολουθούσε την άλλη, ορισμένοι επιστήμονες παραδέχθηκαν ότι δεν υπάρχει απόδειξη για την ύπαρξη καταπιεσμένων αναμνήσεων, καθώς είναι αδύνατον να γίνουν ολοκληρωμένες εργαστηριακές μελέτες σε αυτό το θέμα. Ακόμη και εάν υπήρχε τρόπος, δε θα ήταν ηθικά αποδεκτό να δημιουργήσει κανείς τραυματικές εμπειρίες σε ανθρώπους σε συνθήκες εργαστηρίου για να μελετήσει στη συνέχεια την απώθησή τους. Σύμφωνα με την Elisabeth Loftus (Loftus & Ketcham, 1996:31): “από τη μια πλευρά βρίσκονται οι «Αληθινοί Πιστοί» που επιμένουν ότι ο νους είναι ικανός να απωθεί αναμνήσεις και οι οποίοι δέχονται χωρίς δισταγμό ή ερωτήσεις την αυθεντικότητα των ανακλημένων αναμνήσεων. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται οι «Σκεπτικιστές» που επιχειρηματολογούν ότι η έννοια της απώθησης είναι καθαρά υποθετική και ουσιαστικά αδύνατον να αποδειχθεί, καθώς βασίζεται σε ατεκμηρίωτες εικασίες και ανέκδοτα που είναι αδύνατον να επιβεβαιωθούν ή να απορριφθούν.”

Καθώς μερικοί κατηγορούμενοι γονείς διακήρυσσαν την αθωότητά τους, κάποια από τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης απέσυραν τις αναμνήσεις τους, υποστηρίζοντας ότι εμφυτεύτηκαν στο νου τους από ανεύθυνους θεραπευτές, οι οποίοι χρησιμοποίησαν υποβλητικές τεχνικές (όπως ύπνωση ή χρήση sodium amital), αλλά και από βιβλία. Τα δικαστήρια των ΗΠΑ έπαψαν να δέχονται τις ανακλημένες μνήμες χωρίς άλλες αποδείξεις ως βάση για την απαγγελία κατηγορητηρίου εναντίον κάποιου (Lief, 1999). Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία δύο κοινωνικών και επιστημονικών παρατάξεων: μίας υπέρ και μίας κατά της γνησιότητας των ανακτημένων αναμνήσεων. Ο ‘πόλεμος των αναμνήσεων’ είχε αρχίσει και συνεχίζεται ως τις μέρες μας.

Στις ΗΠΑ έγιναν τουλάχιστον 139 μηνύσεις για εμφύτευση ψευδών αναμνήσεων και αμέλεια εναντίον πρώην θεραπευτών σύμφωνα με στοιχεία του False Memory Foundation (Lipton, 1999). Για παράδειγμα, η Pat Burgus κατά τη διάρκεια της θεραπείας της πείστηκε ότι υπήρξε υψηλή ιέρεια σε μία σατανιστική λατρευτική ομάδα. Τα δύο της παιδιά, τεσσάρων και πέντε ετών, διαγνώστηκαν ότι πάσχουν από την ασθένεια της πολλαπλής προσωπικότητας και ότι ήταν και τα ίδια μέλη της σατανικής οργάνωσης. Νοσηλεύτηκαν για τρία χρόνια. Η τραγωδία της οικογένειας Burgus κόστισε σε μία ασφαλιστική εταιρία $ 3 εκατομμύρια. Η περίπτωση αυτή προβλήθηκε το 1995 σε ντοκιμαντέρ της τηλεοπτικής σειράς Frontline (“The Search for Satan”) και έχει καταγραφεί το 1994 στο κεφάλαιο «Θεραπεία μια Υψηλής Ιέρειας» στο βιβλίο Creating Monsters των R. Ofshe & E. Watters.Η Pat Burgus και άλλοι πρώην πελάτες κατέθεσαν αγωγή εναντίον του Bennet Braun (αναγνωρισμένης αυθεντίας σε θέματα πολλαπλής προσωπικότητας) για θεραπευτική κακοποίηση (Pendergrast, 1996:160-1). Σε μία άλλη περίπτωση, σύμφωνα με ένα άρθρο του 1993 στην εφημερίδα Houston Chronicle, η Lucy Abney, 45 ετών, επιζητώντας θεραπεία για κατάθλιψη, πλήρωσε στη διάρκεια ενός χρόνου $ 300.000 για θεραπεία σε νοσοκομείο του Χιούστον. Βγήκε με 100 πολλαπλές προσωπικότητες και έντονες αναμνήσεις τελετουργικής κακοποίησης των παιδιών της. Οι δύο της κόρες βρέθηκαν στα χέρια της πολιτείας. Αργότερα κατέθεσε μαζί με άλλους πελάτες, μήνυση εναντίον της ψυχιάτρου της Judith Peterson για εμφύτευση ψευδών αναμνήσεων (Pendergrast, 1996:162)

Ένας από τους κύριους πρωταγωνιστές στο ασυνήθιστο αυτό κοινωνικό δράμα ήταν το The Courage to Heal (Bass & Davis, 1997) η ‘βίβλος’ του κινήματος των ανακλημένων αναμνήσεων (recovered memory movement), που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1988 με πωλήσεις πάνω από 750.000 αντίτυπα (Pendergrast, 1996:16). Περιγράφει τα συμπτώματα που πρέπει να έχει κανείς ως επιζών σεξουαλικής κακοποίησης. Οι συγγραφείς του βιβλίου Helen Bass και Laura Davis ενθαρρύνουν τους αναγνώστες τους να ανακαλέσουν τις καταπιεσμένες τραυματικές εμπειρίες, με φράσεις όπως: «πολλές γυναίκες που κακοποιήθηκαν δεν έχουν αναμνήσεις και κάποιες δε τις ανακτούν ποτέ, αυτό δε σημαίνει ότι δεν κακοποιήθηκαν» (Bass & Davis, 1997:21) και «για να πει κανείς ‘έχω κακοποιηθεί’ δε χρειάζεται το είδος της ανάμνησης που θα στεκόταν στο δικαστήριο … Αν νομίζετε ότι κακοποιηθήκατε και η ζωή σας δείχνει τα σημάδια, τότε έτσι είναι» (Bass & Davis, 1997:22). Το βιβλίο αυτό επηρέασε πολιτικές αγωγές, καθώς οι αναγνώστες του κάποιες φορές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι έχουν συμπτώματα σεξουαλικής κακοποίησης. Για πρώτη φορά στην αμερικανική και πιθανώς στην παγκόσμια ιστορία έγινε αγωγή εναντίον βιβλίου, όταν μηνύθηκε το βιβλίο αυτό. Η αγωγή απορρίφθηκε από τα δικαστήρια το 1994 καθώς αντιτίθεται στο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου. Σύμφωνα με σχετικό άρθρο της San Francisco Chronicle, η μήνυση έγινε από την οικογένεια της Deborah David, η οποία κατηγόρησε κάποιους θεραπευτές και τους συγγραφείς του βιβλίου, διότι της δημιούργησαν ψυχολογικά προβλήματα, την οδήγησαν να κατηγορήσει τον πατέρα της για αιμομιξία και να μη του επιτρέπει να βλέπει τα εγγόνια του. Η αγωγή σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα ζητούσε αποζημίωση $4 εκατομμύρια συνεχίστηκε εναντίον των θεραπευτών και όχι πια των συγγραφέων. (Butler, 1994:A16).

Οι επικριτές του συγκρίνουν το The Courage to Heal με το Malleus Maleficarum, το εγχειρίδιο σύμφωνα με το οποίο έκαιγαν τις μάγισσες τον 16ο και 17ο αιώνα στην Ευρώπη. Στο σημείο αυτό αναρωτιέται κανείς: είναι ένα βιβλίο ικανό να αλλάξει τη ροή της (προσωπικής και παγκόσμιας) ιστορίας ή εξαρτάται ο ρόλος που θα παίξει από τις ιδέες, την ψυχολογία, το νοητικό υπόβαθρο των αναγνωστών του και τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Ο σύγχρονος “πόλεμος των αναμνήσεων” έχει συγκριθεί επανειλημμένα με το κυνήγι των μαγισσών. Τότε οι μάγισσες όπως τώρα οι γονείς κατηγορήθηκαν χωρίς απτές αποδείξεις για σεξουαλικές σχέσεις με τον Σατανά, θεωρείτο ότι σκότωναν παιδιά, συμμετείχαν σε όργια. Σύμφωνα με τον Mark Pendergrast (1996:440): “εκείνο που επέτρεψε το σχεδόν καθολικό κυνήγι των μαγισσών ήταν η ίδια νέα τεχνολογία που προκάλεσε την Αναγέννηση … η ανακάλυψη της εκτυπωτικής πρέσας από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο στα μέσα του 15ου αιώνα. Το Malleus ακολούθησε μόνο 30 χρόνια αργότερα. Πάσχουμε από την ίδια ειρωνεία σήμερα στην εποχή του CNN και της στιγμιαίας ανάκτησης πληροφοριών. Χωρίς τα talk shows και την αδηφάγο όρεξή τους για αίσθηση, χωρίς τις εκτυπωτικές μας πρέσες και τα βραδινά δελτία ειδήσεων, είναι απίθανο ότι το δόγμα που περιτριγυρίζει τις καταπιεσμένες αναμνήσεις θα είχε εξαπλωθεί τόσο γρήγορα και αποτελεσματικά, εναποθέτοντας το σπέρμα για την τρέχουσα επιδημία των κατηγοριών αιμομιξίας, ενώ οι σύγχρονες φήμες για σατανιστικές λατρευτικές ομάδες δεν θα είχαν κερδίσει τόσο εύκολη αποδοχή.”

Το 1992 ιδρύθηκε το FMSF (False Memory Syndrome Foundation) από τον Ralph Underwager και την Pamela Freyd με σκοπό να στηρίξει τους γονείς που υποστηρίζουν ότι ψευδώς κατηγορούνταν από τα παιδιά τους για σεξουαλική κακοποίηση, να πληροφορήσει το κοινό για την πιθανότητα ανάκτησης ψευδών αναμνήσεων, καθώς και να στηρίξει θύματα θεραπευτικής κακοποίησης και άλλους. O σύζυγος της Pamela Freyd έχει κατηγορηθεί από την κόρη τους Jennifer Freyd – διακεκριμένη ψυχολόγο ειδικευμένη σε θέματα μνήμης και ανάκλησης αναμνήσεων – για κακοποίηση, ενώ ο Ralph Underwager είναι πρώην Λουθηρανός πάστορας και ψυχολόγος ο οποίος το 1993 δήλωσε σε μία συνέντευξη που έδωσε στο Ολλανδικό επιστημονικό περιοδικό Dutch Journal of Paedophilia, Paidika ότι «η παιδοφιλία είναι μία αποδεκτή έκφραση της θέλησης του Θεού για αγάπη και ενότητα». (Έκτοτε παραιτήθηκε από την Επιστημονική Συμβουλευτική Επιτροπή του FMSF, (Sanderson, 1997:97-8). Το FMSF είχε το 1995 αλληλογραφία με 7.500 οικογένειες στην Αμερική και 400 στην Αγγλία (Sanderson, 1997:97-98). Το 1997 διέθετε ετήσιο προϋπολογισμό πάνω από 750.000 δολάρια και έχει επιδοθεί σε μια τεράστια καμπάνια στα Media (Stanton, 1997:2), προκειμένου να αφυπνίσει το κοινό σχετικά με την επικινδυνότητα της ανάκλησης ψευδών αναμνήσεων.

Σήμερα η κατάσταση έχει εξισορροπηθεί, αν και οι πόλεμοι των αναμνήσεων συνεχίζονται: γονείς, θύματα και επιστήμονες έχουν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, υπέρ και κατά της αξιοπιστίας της ανάκλησης αναμνήσεων. Το κίνημα και η προβολή του από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας πέτυχε να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη και να συμβάλλει στην αντιμετώπιση του. Είχε όμως ως αποτέλεσμα την απώλεια της αξιοπιστίας κάποιων ατόμων που ανακαλούν πραγματικές αναμνήσεις σεξουαλικής κακοποίησης και τη διαιώνιση της αντίληψης για κάποιους ότι οι γυναίκες πέφτουν εύκολα θύματα φανταστικών ασθενειών.

Μία μελέτη τεσσάρων από τα πιο έγκυρα αμερικανικά περιοδικά (Time, Newsweek, People, U.S. News & World Report) συμπέρανε ότι το 1991 περισσότερα από 80% των άρθρων σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση ήταν υπέρ των επιζώντων και οι ανακλημένες αναμνήσεις γίνονταν αποδεκτές από τους αρθρογράφους ως αυτονόητα ορθές. Σταδιακά παρατηρήθηκε μία στροφή 180 μοιρών στα Media και τη σκοπιά από την οποία καλύπτουν τα σχετικά θέματα. Το 1994 περισσότερο από 80% της σχετικής ύλης επικεντρώνεται σε λανθασμένες κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης, με βάση ψευδείς αναμνήσεις (Stanton, 1997:1). Σε τι οφείλεται άραγε αυτή η μεταστροφή;

Ο Stanley Cohen (2001:190-195) υποστηρίζει ότι μετά την ασταμάτητη προβολή εικόνων και ειδήσεων σχετικά με μια ανθρωπιστική κρίση ή μια φυσική καταστροφή, το κοινό παθαίνει «κόπωση συμπόνιας» («compassion fatigue»). Οι αναγνώστες μιας εφημερίδας ή οι τηλεθεατές των ειδήσεων αρχίζουν να αποφεύγουν τις εικόνες και τις ιστορίες που σχετίζονται με ένα συγκεκριμένο πολύ τραυματικό γεγονός: αλλάζουν κανάλι, γυρίζουν σελίδα ή συνηθίζουν τις εικόνες και τις ιστορίες φρίκης και αναισθητοποιούνται, δεν τους προκαλούν πια καμία εντύπωση. Τα ΜΜΕ αντιδρούν σε αυτή την κατάσταση αλλάζοντας θέμα ενασχόλησης ή στη συγκεκριμένη περίπτωση αντιστρέφοντας τους όρους ενασχόλησής τους.

Σύμφωνα με τη Judith Herman (1997:7-9), περίοδοι έντονου ενδιαφέροντος για τη ψυχολογικό τραύμα εναλλάσσονται με εποχές όπου το θέμα αποτελεί ανάθεμα, χωρίς να σχετίζεται με μόδες ή απώλεια ενδιαφέροντος. Η μελέτη του οδηγεί τους ερευνητές και το κοινό να συνειδητοποιήσουν πόσο ευάλωτη είναι η ανθρώπινη φύση. Επίσης τους κάνει μάρτυρες φρικαλεοτήτων και τους εξαναγκάζει να πάρουν θέση.

Σύμφωνα με τη Herman, η μελέτη του ψυχικού τραύματος έχει μια περίεργη ιστορία επεισοδιακής αμνησίας: «Τρεις φορές κατά τον προηγούμενο αιώνα μία συγκεκριμένη μορφή ψυχολογικού τραύματος επέπλευσε στην δημόσια συνείδηση. Κάθε φορά, η έρευνα του τραύματος άνθησε σε σχέση με ένα πολιτικό κίνημα. Η πρώτη που αναδείχθηκε ήταν η υστερία, η αρχετυπική ψυχολογική ασθένεια των γυναικών. Η μελέτη της ξεπετάχτηκε από το ρεπουμπλικανικό, αντικληρικό πολιτικό κίνημα του τέλους του 19ου αιώνα στη Γαλλία. Η δεύτερη ήταν οι νευρικές παθήσεις από πολεμικές εμπειρίες (shell shock, combat neurosis). H μελέτη τους ξεκίνησε στην Αγγλία και τις ΗΠΑ μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και κορυφώθηκε μετά τον Πόλεμο του Βιετνάμ. Το πολιτικό πλαίσιο ήταν η κατάρρευση της κουλτούρας του πολέμου και η ανάπτυξη ενός αντιπολεμικού κινήματος. Το τελευταίο και πιο πρόσφατο τραύμα που ήλθε στη δημόσια συνείδηση είναι η σεξουαλική και οικιακή βία. Το πολιτικό της πλαίσιο είναι το φεμινιστικό κίνημα στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Η σύγχρονη κατανόηση του ψυχολογικού τραύματος έχει δομηθεί ως μια σύνθεση των τριών αυτών διαφορετικών γραμμών έρευνας» (Herman, 1997: 9).

Την περίοδο 1992 – 2000 υποχώρησε κατά 40% το ποσοστό των περιπτώσεων παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης που εξακριβώθηκαν από τις αμερικανικές υπηρεσίες παιδικής πρόνοιας (Finkelhor & Jones, 2004:10). Υπάρχει μία τάση το φαινόμενο αυτό να αποδίδεται στην επιτυχημένη προβολή του προβλήματος και τη διαπαιδαγώγηση του κοινού κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, παρά τη συχνή δαιμονοποίηση και τα αμφισβητούμενα κίνητρά τους, φαίνεται να συνέβαλαν θετικά στην αφύπνιση της αμερικανικής κοινωνίας.

Την ίδια περίοδο, ο αγγλόφωνος κόσμος επικεντρώθηκε επισταμένα για πρώτη φορά και στην παιδοφιλία. Σύμφωνα με μια έρευνα, οι σχετικές αναφορές στις κυριότερες Βρετανικές εφημερίδες (The Times, The Guardian, The Independent, Daily Telegraph, Daily Mirror) αυξήθηκαν κατακόρυφα την περίοδο εκείνη. Κατά την τριετία 1992-1995 εμφανίστηκαν περίπου 250 άρθρα αναφερόμενα στις λέξεις «παιδόφιλος» και «παιδοφιλία» σε κάθε εφημερίδα. Ο ίδιος αριθμός εμφανίζεται στη συνέχεια σε ετήσια βάση σε κάθε εφημερίδα ξεχωριστά το 1996 και το 1997 (Silverman & Wilson, 2002:22).

Το έτος 2000 η μαζική υστερία για την παιδοφιλία έφτασε σε νέα ύψη όταν η Βρετανική εφημερίδα μεγάλης κυριακάτικης κυκλοφορίας News of the World δημοσίευσε πρωτοσέλιδο με τις φωτογραφίες, τα ονόματα και τις διευθύνσεις καταδικασμένων σεξουαλικών παραβατών. Επεισόδια ακολούθησαν σε πολλά σημεία της χώρας, όταν ο οργισμένος όχλος οργάνωσε διαμαρτυρίες έξω από τις κατοικίες τους ή επιτέθηκε σε άτομα που έμοιαζαν με εκείνα των φωτογραφιών (Cohen 2003:xvi; Silverman & Wilson, 2002:146-166). Στις ΗΠΑ είχε ήδη θεσπιστεί ο «Νόμος της Megan» που επιβάλλει και στις 50 πολιτείες της Αμερικής να δημοσιοποιήσουν σε σχολεία, γονείς και παιδικούς σταθμούς στοιχεία σχετικά με τους σεξουαλικούς παραβάτες που ζουν στην κοινότητα τους. Ο νόμος θεσπίστηκε το 1996 και έχει ονομάστηκε στη μνήμη της επτάχρονης Megan Kanka, η οποία απήχθη, βιάστηκε και δολοφονήθηκε το 1994 από ένα γείτονά της, ο οποίος είχε καταδικαστεί στο παρελθόν δύο φορές για σεξουαλική παραβατικότητα.

Σύμφωνα με τον Stanley Cohen (2003:1-9), σε περιόδους γενικότερης κοινωνικής ταραχής «λαϊκοί δαίμονες» («folk devils») και «ηθικοί πανικοί» («moral panics») βοηθούν το κοινωνικό σύνολο να διατηρήσει μια αίσθηση ελέγχου της κατάστασης μέσω του περιορισμού της κοινωνικής ομάδας που έχει θέσει υπό επίβλεψη. Ο πανικός που σχετίζεται με τους υπαίτιους για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών θεωρείται ότι εντάσσεται σε αυτήν την κατηγορία.

“Οι κοινωνίες φαίνεται να υποκύπτουν κάποτε σε περιόδους ηθικού πανικού. Μια κατάσταση, επεισόδιο, άτομο ή ομάδα ατόμων προβάλλει και ορίζεται ως επικίνδυνη για τις κοινωνικές αξίες και συμφέροντα· η φύση της παρουσιάζεται με ένα στυλιζαρισμένο και στερεοτυπικό τρόπο από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας· ηθικά οδοφράγματα δημιουργούνται από συντάκτες, αρχιεπισκόπους, πολιτικούς και άλλους ορθά σκεπτόμενους· κοινωνικά καταξιωμένοι ειδικοί αποφαίνονται με διαγνώσεις και λύσεις … Μερικές φορές ο πανικός περνά και ξεχνιέται, όχι όμως από τη λαϊκή και συλλογική μνήμη· άλλες φορές έχει πιο σοβαρές και διαχρονικές επιπτώσεις και μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στη νομική και κοινωνική πολιτική ή ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται το εαυτό της.”

Οι αντιδράσεις αυτές συνήθως οφείλονται σε κοινωνικά προβλήματα όπως φτώχεια, ανεργία αλλά και τη στάση των μέσων μαζικής επικοινωνίας που σπεύδουν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. Συγκεκριμένα η Βρετανική News of the World πριν τη δημοσιοποίηση της επίμαχης λίστας και προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι η κίνησή της θα είναι δημοφιλής, διενήργησε αρχικά δημοσκόπηση στην οποία και διαπίστωσε ότι το κοινό θα δεχόταν θετικά μια τέτοια κίνηση (Silverman & Wilson, 2002:154).

Οι διαμαρτυρίες και τα βίαια περιστατικά που προέκυψαν δε συνέβαλαν στην αντιμετώπιση του φαινομένου. Πολλοί παιδόφιλοι που είχαν συστηματική επαφή με την πολιτεία, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κρύφτηκαν, φοβούμενοι τις επιθέσεις του όχλου. Με τον τρόπο αυτό έπαψαν να επιβλέπονται. Η στρατηγική «Naming and Shaming» του News of the World έσφαλε και ως προς ένα άλλο σημείο. Μετατόπισε την προσοχή του κοινού στους λίγους καταδικασμένους παιδόφιλους, ενισχύοντας έτσι το κοινωνικό και πολιτιστικό στερεότυπο του παιδόφιλου ως «κάποιος ξένος που κρύβεται στο δρόμο σε σκοτεινές γωνίες» (Silverman & Wilson, 2002:146-166). Με τον τρόπο αυτό απέτυχαν να μεταδώσουν στο κοινό την εικόνα του παιδόφιλου όπως αντικατοπτρίζεται από τις περισσότερες στατιστικές: κατά 95% η παιδική σεξουαλική κακοποίηση πραγματοποιείται από ένα άτομο που ανήκει στο στενό οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον του παιδιού (Sanderson, 1997:19). Είναι ο χαμογελαστός γείτονας, ο επαγγελματικά καταξιωμένος πατέρας.

Οι φιλοσοφικές, κοινωνικές, προσωπικές και άλλες προεκτάσεις του θέματος της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης το καθιστούν ελκυστικό στο ευρύ κοινό και ικανό να σαγηνεύσει τη συλλογική φαντασία και το ενδιαφέρον των Media. Υπάρχουν τρεις πλευρές της συζήτησης σχετικά με τις αναμνήσεις σεξουαλικής κακοποίησης που επεκτείνονται προς γενικότερους προβληματισμούς (Cohen, 2001:123-124): α) η πιθανότητα ανυπαρξίας αντικειμενικής πραγματικότητας. Από μια πλευρά γίνεται δεκτή η αλήθεια της κακοποίησης και της καταπίεσης της ανάμνησης της από το θύμα. Από την άλλη πλευρά αμφισβητείται το τι ακριβώς συνέβη και δίνεται έμφαση στην αναγνώριση της υποκειμενικής αλήθειας του θύτη. β) Υπάρχει σύγχυση ανάμεσα στην κοινωνική αποδοχή και την προσωπική άρνηση της παιδοφιλίας: η αποδοχή της ως κοινωνικό πρόβλημα, δε σημαίνει ότι σε προσωπικό επίπεδο θα πρέπει να δεχόμαστε κάθε ισχυρισμό σεξουαλικής κακοποίησης ως αληθινό. γ) Η υπόθεση ότι για την ανάκτηση της προσωπικής ή συλλογικής ευτυχίας πρέπει να έρθουν στο φως, να εξηγηθούν και να αναστηθούν τραυματικές εμπειρίες είναι ελκυστική. Θυμίζει το μυθικό ηρωικό ταξίδι προς την αλήθεια που λυτρώνει και απελευθερώνει από το τραυματικό παρελθόν.

Είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς πως τα μέσα μαζικής επικοινωνίας ενεπλάκησαν και εμπλέκονται ακόμα τόσο ενεργά σε αυτή την υπόθεση. Η παρέμβασή τους αντικατοπτρίζει μια αναπόφευκτη κοινωνική πραγματικότητα και τα προβλήματά της τα οποία αρχικά ακολούθησαν και στη συνέχεια γιγάντωσαν.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Bass, E. & Davis, L. (1997). The Courage to Heal. A Guide for Women Survivors of Child Sexual Abuse. Vermillon, London.

– Butler, K. (1994). Self-Help Authors Freed From Liability; Suit Involving Incest Claims Continues. San Francisco Chronicle. September 6.

– Γιωτάκος, Ο. (2004). Σεξουαλική Επιθετικότητα & Παραφιλίες. Αιτιολογία – Εκτίμηση – Αντιμετώπιση. Βητα Ιατρικές Εκδόσεις, Αθήνα.

– Cohen, S. (2001). States of Denial. Knowing about Atrocities and Suffering. Polity Press, Cambridge.

– Cohen, S. (2002). Folk Devils and Moral Panics. The Creation of Mods and Rockers. Routledge, London.

– Finkelhor, D. & Jones, L.M. (2004). Explanations for the Decline in Child Sexual Abuse Cases. Juvenile Justice Bulletin. Office of Juvenile Justice and Delinquency Prevention, U.S. Department of Justice.

– Herman, J. (1997). Trauma and Recovery. The Aftermath of Violence from Domestic Abuse to Political Terror. Basic Books, New York.

– Lief, H. I. (1999). Patients Versus Therapists: Legal Actions Over Recovered Memory Therapy. Psychiatric Times, November, XVI, 11.

– Lipton, Α. (1999). Recovered Memories in the Courts. In: Taub, S. ed. (1999). Recovered Memories Of Child Sexual Abuse: Psychological, Social, And Legal Perspectives On A Contemporary Mental Health Controversy. Charles Thomas, Springfield, Illinois.

– Luhmann, N. (2003). Η Πραγματικότητα των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Μεταίχμιο, Αθήνα.

– Loftus, E. & Ketcham, K. (1996). The Myth of Repressed Memory: False Memories and Allegations of Sexual Abuse. St. Martin’s Press, New York.

– Meacham, A. (2000). Selling Serenity – Sexual Abuse Lawsuits. Humanist. July.

– Mollon, P. (1998). Remembering Trauma. A Psychotherapist’s Guide to Memory and Illusion. Wiley, New York.

– Pendergrast, M. (1996). Victims of Memory. Incest, Accusations & Shattered Lives. Harper Collins Publishers, London.

– Russel D.E.H. (1999). The Secret Trauma. Incest in the Lives of Girls and Women. Basic Books, New York.

– Sanderson, C. (1997). Counselling Adult Survivors of Child Sexual Abuse, Jessica Kingsley Publishers, London and Bristol, Pennsylvania.

– Silverman, J. & Wilson, D. (2002). Innocence Betrayed. Paedophilia, the Media and Society. Polity Press, Cambridge.

– Sorensen, T. & Snow, B. (1991). How children tell: The process of disclosure in child sexual abuse. Child Welfare League of America 70, 3-15.

– Stanton, M. (1997). U-Turn on Memory Lane. Columbia Journalism Review 4.

(32)