A couple sitting in bed and looking upset after having a disagreement

Πρέπει στη σχέση μου να δίνω χωρίς να παίρνω;

Μία πολύ καλή μέθοδος ώστε οι σχέσεις να είναι μία μόνιμη πηγή απογοήτευσης είναι η λεγόμενη: «Δίνε χωρίς να παίρνεις». Τα προσωπικά συμφέροντα φθείρουν τις σχέσεις. Οπότε πώς μπορεί σε μία σχέση αγάπης να χωρέσει η επιθυμία για ανταπόδοση;

Εγώ αγαπώ αρκετά και για τους δυο μας. Στις σχέσεις μου υπηρετώ μόνο τα υψηλά ιδανικά και δεν περιμένω τίποτε από τον παρτενέρ μου.

Ο αλτρουισμός κυλάει στο αίμα μου…

Υπάρχει, βέβαια, μία περίπτωση να δω την απόφανση αυτή, όπως αναφέρει ο Νίτσε, ως το ηθικό φύλλο συκής που κρύβει μία εντελώς διαφορετική έως και σκοτεινή μου πλευρά: την υστεροβουλία.

Διακρίνω στην ουσία ποταπά κίνητρα πίσω από την ενάρετη συμπεριφορά. Και αναρωτιέμαι: «μήπως κάνω ό,τι κάνω από ενοχές;», «μήπως τελικά κάτι περιμένω από τον άλλον;» ή «μήπως δίνω για να τραβήξω την προσοχή;». Γιατί μία σχέση βασίζεται σε αληθινά αισθήματα και όχι οφέλη.

Άλλωστε στις σχέσεις αγάπης, χρειάζεται να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Και για να υπάρξει βοήθεια χρειάζονται δύο, κάποιον που την χρειάζεται και κάποιον που την προσφέρει. Αυτό είναι ένα παράδειγμα της λεγόμενης «συμπαιγνίας», που ορισμένες φορές μπορεί να αγγίξει έως και τα όρια της συνομωσίας!

Η συμπαιγνία συνήθως είναι μία άρρητη συμφωνία όπου καθένας επιβεβαιώνεται μέσα από τον ρόλο που παίζει με τον άλλον. Υπάρχω, δηλαδή, μέσα από τον ρόλο που μου δίνεις και ταυτόχρονα επιλέγω ο ίδιος να παίζω.

Ο καθένας λειτουργεί για τον άλλον ως «καθρέπτης» της δικής του πραγματικότητας. Ο παρτενέρ μέσα από τον ρόλο του μου επιτρέπει να είμαι αυτό που θέλω να είμαι και αντίστοιχα επιτρέπω στον άλλον να είναι αυτό που θέλει να είναι. Υπάρχει τέλεια σχέση αμοιβαιότητας, όπου συμπληρώνουμε ο ένας τον άλλον.

Οι ρόλοι που παίζουμε είναι ανταποδοτικοί και ο ένας δεν υπάρχει δίχως τον άλλον. Πώς άλλωστε μπορεί να υπάρξει θύμα δίχως θύτη, γιατρός δίχως ασθενή, δικαστής δίχως κλέφτη, δάσκαλος χωρίς μαθητές ή ηγέτης χωρίς ακόλουθους; Αρκετά συχνά μάλιστα συμβαίνει να επιλέγω διαφορετικούς πρωταγωνιστές για να παίξουν ένα κατά τα άλλα απαράλλαχτο ρεπερτόριο ρόλων.

Επιλέγω, δηλαδή, διαφορετικούς παρτενέρ με τον ίδιο ρόλο. Αυτό ακριβώς είναι και μία από τις πιο εγγυημένες μεθόδους που εξασφαλίζουν την δυστυχία στις σχέσεις: ταυτίζω τον εαυτό μου με τον ρόλο μου, και το ίδιο κάνω και στον παρτενέρ μου.

Έτσι, η συμπαιγνία καταλήγει να είναι ένας φαύλος κύκλος που επαναλαμβάνεται αέναα σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια.

 

Η Μάρω Μπέλλου είναι ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια. Κατά την κλινική της πρακτική ακολουθεί την αυτοσχεδιαστική μέθοδο. Έχει λάβει ειδίκευση στη Συστημική Ψυχοθεραπεία, έχει εμβαθύνει με διατριβή στην Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία και τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί στην Ψυχανάλυση.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της με τίτλο: «Ο γκατζετ-Eros: ο έρωτας στα χρόνια της τεχνολογίας» από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

(686)