ΕΡΩΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΨΥΧΟΛΟΓΟ: Ο κόσμος είναι άδικος… γι’ αυτό κλείνομαι στον εαυτό μου…

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Ένα άτομο που ζει σε έναν κόσμο που πιστεύει ότι συστηματικά το απορρίπτει και το αδικεί, αισθάνεται μία πληθώρα συναισθημάτων. Η ελάχιστη προσβολή, που είναι τις περισσότερες φορές ακούσια, μπορεί να προκαλέσει στο άτομο αυτό ένα διαρκές συναίσθημα κατωτερότητας, αδυναμίας και ντροπής.

Αισθάνεται απομονωμένο, παραγκωνισμένο, ταπεινωμένο και πλήρως εγκαταλειμμένο. Έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί από πρόσφατες σχετικές έρευνες ότι μία χαμηλή αυτοεκτίμηση οδηγεί το άτομο να αντιμετωπίζει την πραγματικότητα μέσα από ένα πρίσμα συστηματικά αρνητικό.

Η ελάχιστη χειρονομία, η πιο αμελητέα φράση μπορεί να θεωρηθεί ως θανατηφόρο βέλος που πλήττει απευθείας την καρδιά. Το να αισθάνεται κανείς διαρκώς ως στόχος σημαίνει ότι δεν έχει βρει την θέση του στον κόσμο, ότι δεν «υπάρχει» με την πλήρη έννοια του όρου.

Σημαίνει, κατά βάθος, ότι ο βασικός του φόβος είναι να ταυτιστεί με το φαντασιακό εκείνο άτομο που πάντα το εγκαταλείπουν, το απολύουν, το προδίδουν, με έναν λόγο, με το άτομο εκείνο που κανείς δεν θέλει να έχει δίπλα του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα άτομα αυτά τείνουν να συμπεριφέρονται σε όλες τις καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο, μένοντας να αναρωτιούνται επί μέρες και ορισμένες φορές επί βδομάδες για την πραγματική σημασία ενός προφορικού σχολίου, μιας χειρονομίας ή ενός βλέμματος.

Καθώς οι παρεξηγήσεις συσσωρεύονται, το άτομο που αισθάνεται διαρκώς στοχοποιημένο, που αισθάνεται ότι το αμφισβητούν ή ότι κανείς δεν το καταλαβαίνει, καταλήγει να ταυτιστεί με την εικόνα του θύματος. Συχνά περιγράφει τον Άλλον με μονοσήμαντο τρόπο και εμφανίζεται το ίδιο ως ο «διωκόμενος αθώος».

Η πηγή του κακού είναι πάντα στον τόπο του Άλλου και το άτομο υφίσταται την «δυσοσμία του κόσμου». Πρέπει όμως να γνωρίζει κανείς ότι ο ρόλος του θύματος είναι πολύ πιο περίπλοκος από ό,τι μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως.

Συμβαίνει ορισμένες φορές το υποτιθέμενο θύμα να εμφανίζεται στα μάτια των άλλων ως θύτης, και αυτό γιατί καθώς παραπονείται διαρκώς ότι οι άλλοι ασχολούνται καθημερινά με το να διαβάλλουν και να το συκοφαντούν, εν τέλει ενοχοποιεί όλο του τον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ τους.

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να αντιμετωπιστεί μία τέτοια κατάσταση. Ο πρώτος είναι η αναζήτηση μίας άμεσης επαφής με τα υποτιθέμενα «εχθρικά» άτομα. Αντί το άτομο να αναμασά με τις ώρες κλεισμένο στον εαυτό του γεγονότα που το ενόχλησαν ή το πλήγωσαν, θα μπορούσε να προσπαθήσει να επαληθεύσει τη σημασία αυτών των γεγονότων με τους κύριους «υπεύθυνους».

Να τους εξηγήσει πώς το ίδιο εξέλαβε τα λόγια ή τις πράξεις τους, τα αρνητικά συναισθήματα που του προκάλεσαν και στη συνέχεια με κάθε ειλικρίνεια να ζητήσει από τους συνομιλητές του να του εξηγήσουν τη σημασία που είχαν για αυτούς τα παραπάνω λόγια ή πράξεις.

Ένας άλλος τρόπος είναι το πληγωμένο άτομο να προσπαθεί να βάλει τον εαυτό του στην θέση του άλλου. Να δει, δηλαδή, τα πράγματα από μία άλλη σκοπιά. Αυτό θα του επιτρέψει να πάρει την αναγκαία απόσταση για να «απο-προσωποποιήσει» λόγια και χειρονομίες των άλλων.

Θα καταλάβει έτσι ότι τις περισσότερες φορές η συμπεριφορά των άλλων δεν έχει ως στόχο αυτό το ίδιο, ότι οι άλλοι δεν προτίθενται κατ’ ανάγκη να το πληγώσουν ή να το απορρίψουν.

Τι θα μπορούσε όμως να κάνει ο περίγυρος ενός τέτοιου ατόμου για να το βοηθήσει;

Θα πρέπει κυρίως να αποφευχθεί μία ανοιχτή διαμάχη γύρω από την ερμηνεία λόγων και χειρονομιών που το άτομο θεωρεί ότι άμεσο στόχο είχαν να το πληγώσουν, γιατί κάτι τέτοιο απλώς μπλοκάρει την κατάσταση και αναπαράγει το αδιέξοδο. Αντί για αυτό, το καλύτερο θα ήταν να αναλυθούν από κοινού όλα τα πιθανά σενάρια – από τα καλύτερα μέχρι τα χειρότερα – σχετικά με ένα γεγονός που το άτομο θεωρεί ότι το πλήγωσε.

Καλό θα ήταν επίσης να γίνει μία προσπάθεια επιβεβαίωσης της προσωπικής αξίας του ατόμου με αναφορά κυρίως σε επιτυχίες του ή πράγματα στα οποία γενικά τα καταφέρνει καλά. Το σημαντικό εδώ είναι να είναι κανείς όσο πιο ειλικρινής γίνεται και να μιλά στο υπερευαίσθητο άτομο με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αμεσότητα και ευθύτητα, ώστε να μην αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας των λόγων και των προθέσεών του.

Η Μάρω Μπέλλου είναι ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια. Κατά την κλινική της πρακτική ακολουθεί την αυτοσχεδιαστική μέθοδο. Έχει λάβει ειδίκευση στη Συστημική Ψυχοθεραπεία, έχει εμβαθύνει με διατριβή στην Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία και τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί στην Ψυχανάλυση. 

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της με τίτλο: «Ο γκατζετ-Eros: ο έρωτας στα χρόνια της τεχνολογίας» από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

(Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε: http://www.marobellou.gr/el/)

(65)