Είναι ο έρωτας τυφλός;

Και ξαφνικά εκεί όπου είχα απορροφηθεί από τη ρουτίνα και τις υποχρεώσεις του καθημερινού μου βίου, το βλέμμα μου παγώνει σε αυτόν/ήν και νιώθω να με τρυπά το βέλος του έρωτα…

Τώρα πια τίποτα δεν είναι όπως πριν και όλα φαντάζουν καινούργια. Αυτό που μου αρνιόταν ο καθημερινός κόσμος, χωρίς να το περιμένω και χωρίς να έχω την παραμικρή συμμετοχή μου έρχεται κατακούτελα. Πρόκειται για την στιγμή που συναντώ αυτόν που μου φαίνεται διαφορετικός από όλους τους άλλους και ομολογώ στον εαυτό μου «αυτός είναι για μένα».

Άλλωστε δεν συναντάς κάθε μέρα αυτό που είναι φτιαγμένο για να σου προσφέρει την εικόνα του πόθου σου. Αυτός ο απρόσμενος ερχομός του άλλου είναι για μένα ευχή και κατάρα. Είναι ευχή γιατί αφήνομαι στην γοητεία της συνάντησής μου μαζί του και κατάρα γιατί… η παρουσία του άλλου με σύρει έξω από τον εαυτό μου.

Η συνάντηση αυτή που με εντυπωσιάζει τόσο βαθιά, είναι ταυτόχρονα και ένα μυστήριο. Η παρουσία του άλλου εισβάλλει αιφνίδια στην ζωή μου χωρίς προηγουμένως να το έχω επιδιώξει…

Μία μέρα περπατάω σχεδόν αφηρημένος χωρίς έναν συγκεκριμένο προορισμό και ξαφνικά σε κάποιο σοκάκι σκοντάφτω πάνω σε μία αιθέρια ύπαρξη. Βλέπω σε αυτήν να διαγράφεται από αμηχανία η γραμμή ενός χαμόγελου και νιώθω ένα κεραυνοβόλημα που μου κόβει την ανάσα.

Καθώς βρίσκομαι στην έκσταση αυτής της μαγνητικής στιγμής, η γλώσσα μου γίνεται κόμπος και δεν μπορώ να αρθρώσω ούτε μία λέξη…

Όταν συνέρχομαι σε έναν δεύτερο χρόνο από το χτύπημα αυτό, αναζητώ με το βλέμμα μου αυτήν την περαστική σιλουέτα, αλλά έχει ήδη εξαφανιστεί. Κρίμα γιατί άφησε ένα ίχνος μέσα μου αυτό το πλάσμα που εμφανίστηκε ξάφνου στην σκηνή του κόσμου μου για να με σαγηνεύσει.

Ένα μήνα αργότερα…

εκεί που το ίχνος είχε αρχίσει πια να ξεθωριάζει, στο σπίτι κάποιου φίλου ή βγαίνοντας από το θέατρο το ίδιο πλάσμα ξαναεμφανίζεται μπροστά μου. Μου χαμογελάει, αυτήν την φορά καταφέρνω να αρθρώσω μία κουβέντα, μου απαντάει και από εκεί αρχίζει μία σχέση που θα αφήσει και στους δύο το ανεξίτηλο πια ίχνος της. Και αφού πιαστήκαμε στα δίχτυα του έρωτα ομολογούμε ο ένας στον άλλον ότι ήταν γραφτό να μας συμβεί.

Είναι πολλά αυτά τα σενάρια της τυχαίας συνάντησης που μετατρέπεται σε πεπρωμένο. Σε αυτή τη συνάντηση ενεργοποιείται ένα εκστατικό συναίσθημα που οι δύο ερωτευμένοι εύχονται να κρατήσει για πάντα. Όλα ξεκίνησαν από μία σύμπτωση και έπειτα από ένα σύνολο περιστάσεων χωρίς φαινομενικά να κατευθύνονται από ένα οποιοδήποτε συγκεκριμένο σχέδιο.

Κι όμως τυχαίνει όλη αυτή η σειρά των γεγονότων να διασταυρώνεται με την επιθυμία μου και να επιλέγω αυτό το πλάσμα ως αντικείμενο του έρωτά μου. Και από την στιγμή που κάνω αυτή την επιλογή προορίζω αυτήν την άλλη ύπαρξη για πεπρωμένο μου.  Άραγε η επιθυμία μου για τον άλλον γεννήθηκε από μία σύμπτωση ή η επιθυμία μου να ερωτευτώ υπήρχε πριν την συνάντησή μου μαζί του;

Σε αυτήν την περίπτωση παράγω ήδη ένα κενό μέσα μου για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα κατά το οποίο χωρίς να δείχνω τίποτε εξωτερικά ψάχνω με τα μάτια ολόγυρά να δω ποιον θα ερωτευτώ. Ίσως η επιθυμία μου να ερωτευτώ προηγείται του έρωτά μου για αυτόν τον άλλον που για μένα ξεχωρίζει από όλους τους άλλους υποψήφιους παρτενέρ. Και έτσι βλέπω ως πεπρωμένο αυτόν τον συγκεκριμένο άλλον ενώ τελικά πεπρωμένο μου δεν ήταν το πρόσωπο, αλλά ο ίδιος μου ο έρωτας.

Μία θαυμάσια φράση του Γκαίτε λέει «εγώ σε αγαπώ, όμως αυτό δεν έχει καμία σχέση με σένα»…

Ακόμα λοιπόν και αν ερωτεύτηκα επειδή είχα την επιθυμία να ερωτευτώ, παραμένει για μένα ένα μυστήριο – γιατί να ερωτευτώ αυτόν τον άντρα ή αυτήν τη γυναίκα και όχι κάποιον άλλον/η; Γιατί σίγουρα δεν ερωτεύομαι τον οποιοδήποτε τυχάρπαστο, αλλά υπάρχει κάτι στον άλλον που έρχεται και προσαρμόζεται τέλεια στον πόθο μου.

Όμως, καθώς αναζητώ μία απάντηση διαπιστώνω ότι είμαι ανίκανος να διαλευκάνω αυτό το αίνιγμα γιατί στην ουσία αγνοώ τα πάντα για τον πόθο μου. Αυτό που με προσδένει στον άλλον δεν χωρά στα καλούπια της συνείδησης, αλλά ξεπερνά κάθε φαντασία.

Για παράδειγμα…

ένας αναλυόμενος του Freud, έπειτα από πολλά χρόνια ανάλυσης, ανακάλυψε ότι τελικά αυτό που πυροδοτούσε την επιθυμία του ήταν η γυαλάδα της γυναικείας μύτης. Διαλέγω τον άλλον σύμφωνα με πολλές άπιαστες ενδείξεις, οι οποίες βρίσκονται πολύ πιο κάτω από το πεδίο της επίγνωσής μου. Οι θεϊκές λεπτομέρειες που με μαγνητίζουν στον άλλον εκπορεύονται από τη μοναδική μου προσωπική ιστορία, από τον μύχιο εαυτό μου.

Καθώς ερωτεύομαι, λοιπόν, ενώ ξεκινώ από τον εαυτό μου, νιώθω μία ενέργεια να με σπρώχνει προς τον άλλον. Λένε ότι ο ερωτευμένος πλανάται, επειδή δεν βλέπει τον άλλον που ερωτεύεται όπως είναι στην πραγματικότητα, αλλά όπως κάθε φορά τον φαντάζεται η επιθυμία του. Αυτό που ερωτεύεται στον άλλον δεν είναι ο άλλος όπως είναι στην πραγματικότητα, αλλά αυτό που φαντάζεται ότι είναι.

Κι εγώ όντας ερωτευμένος βλέπω με τα μάτια του έρωτα, οπότε η κοντή γίνεται χαριτωμένη, η ψιλή και άχαρη είναι η επιβλητική, η ηλίθια γίνεται ανάλαφρη, η υστερική όλο φλόγα και πάθος ή πάλι για έναν άντρα ο μουγγός γίνεται ντροπαλός, ο χοντρός καλοφαγάς, ο ζηλιάρης ο μέγας διεκδικητής, ο φαφλατάς παντογνώστης, ο επιπόλαιος περιπετειώδης κ.ο.κ. Είναι αυτή η αγάπη με κλειστά μάτια, όπου όσο λιγότερα ξέρω, τόσο περισσότερα μπορώ.

Και καθώς είμαι τυφλωμένος από τον έρωτα δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον μου, εκτός από το αγαπημένο μου πλάσμα. Η σκέψη μου είναι αλυσοδεμένη μαζί του χωρίς να έχω την παραμικρή δυνατότητα απόδρασης. Ο άλλος γίνεται για μένα το ύψιστο αγαθό που μου χαρίζει το κλειδί του παραδείσου, αυτός που με την παρουσία του μπορεί να μου υποσχεθεί την ευτυχία της απόλυτης ένωσης μαζί του.

Και αν συμβεί να μου αρνηθούν αυτό το αγαθό ο παράδεισος μετατρέπεται σε κινούμενη κόλαση. Η ζωή μου ερημώνει, γίνεται άδεια και δεν έχει κανένα νόημα. Τα πράγματα γύρω μου χάνουν το ενδιαφέρον τους.

Ως ερωτευμένος πάσχω από έναν διχασμό – εγώ που ποθώ τον άλλον βασανίζομαι από τον πόθο – αν δεν μπορώ να αποκτήσω πρόσβαση σε αυτό το ύψιστο αγαθό. Ενώ αν καταφέρω να το αποκτήσω αγωνίζομαι να το διατηρήσω στην κατοχή μου εις στο διηνεκές. Με το που νιώσω την ευτυχία ξεκινά η αγωνία μου για το αύριο.

Αυτό είναι το παράδοξο της δίψας…

η ικανοποίηση δεν σβήνει την δίψα αλλά την επιβεβαιώνει αφήνοντας να εννοηθεί ότι ένα «ναι» έχει ειπωθεί σε αυτήν. Είναι η αιώνια στέρηση του έρωτα που ό,τι κατακτάει, πάντα το χάνει.

Εδώ ακριβώς είναι που εκτυλίσσεται και το μεγάλο δράμα γιατί παλεύω να κάνω τον έρωτά μου αιώνιο. Και στην προσπάθειά μου αυτή περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή φοβάμαι ότι όλα μπορούν να τελειώσουν. Κανείς δεν μπορεί να μου προσφέρει εγγυήσεις γιατί ο άλλος είναι ένα εξωτερικό αλλού.

Εφεξής εκθέτω τον εαυτό μου στην διάθεση του άλλου όπου αφήνομαι να με καλέσει. Θέλω να τον κάνω οικείο γιατί στην ουσία είναι αλλότριος. Μπορεί να εκστομίζουμε ο ένας στον άλλον «είναι καταπληκτικό, καταλαβαινόμαστε με ένα βλέμμα», αλλά πράγματι θα πρέπει να είμαστε τρελά ερωτευμένοι για να νομίζουμε ότι ένα βλέμμα μπορεί να εμπεριέχει μύχιες σκέψεις μας.

Γιατί στην πραγματικότητα ακόμα και επιδιώκω να είμαι ένα με τον άλλον, αναρωτιέμαι… τι σκέπτεται, πώς νιώθει, κατοικεί στο δικό του σύμπαν…

Όσο και να θέλω να διεισδύσω εντός του άλλου, δεν μπορώ να τον κάνω σε εμένα διαφανή, είναι μία ύπαρξη που δεν αποκαλύπτει τα πάντα για τον εαυτό της. Αν η βασική μου επιδίωξη είναι να υπηρετήσω το ιδεώδες του ρομαντικού έρωτα όπου ένα και ένα κάνουν ένα, τίποτα στο εξής δεν θα μπορεί να με ικανοποιήσει. Τίποτα δεν μου ανήκει περισσότερο από την ίδια την επιθυμία μου για τον άλλον, γιατί αυτός μου λείπει. Αυτή η έλλειψη που νιώθω για τον άλλον είναι αυτή που με ορίζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον έρωτα γιατί αυτό που κατέχω παραμένει εξωτερικό, ενώ αυτό που μου λείπει με κατοικεί.

Καθώς λοιπόν ως ερωτευμένος επιθυμώ τον άλλον παραδέχομαι την έλλειψή μου και σπεύδω απεγνωσμένα να δημιουργήσω ένα αίσθημα ολότητας μαζί του. Αναζητώ την πλήρωση γιατί περιμένω από το αντικείμενο του έρωτά μου να μου πει κάτι καινούργιο για μένα.

Αυτή είναι άλλωστε και η μόνιμη σκέψη του ερωτευμένου: ο άλλος μου οφείλει αυτό που έχω ανάγκη. Έγινα για τον εαυτό μου τον ίδιο μία έλλειψη και η επιθυμία μου με θίγει χωρίς ο ίδιος να ξέρω πραγματικά το γιατί. Και για να γιατρέψω αυτήν την αχίλλειο πτέρνα επιδιώκω να αποσπώ από τον άλλον ακατάπαυστα τις υποσχέσεις του για όλες τις μελλοντικές στιγμές.

Χρειάζομαι όρκους που να με διαβεβαιώνουν ότι το συναίσθημα του άλλου, που με βλέπει ως εκλεκτό, θα διαρκεί για πάντα, «προοριζόσουν για μένα ανέκαθεν». Θέλω να εξασφαλίσω έστω στα λόγια του άλλου μία αιωνιότητα στην πρόθεσή του γιατί μέσα μου γνωρίζω βαθύτατα ότι το «σ’ αγαπώ για μια στιγμή προσωρινά» σημαίνει «δεν σ’ αγαπώ καθόλου». Δεν υπάρχει έρωτας δίχως τον όρκο που υπόσχεται το «για πάντα…»!

– Βέβαια η κοινή εμπειρία μου δείχνει ότι στον έρωτα μπορεί να υπάρχει η επιθυμία για αιωνιότητα, όμως πρόκειται για μία αιωνιότητα στιγμιαία, γιατί ιδού η απορία:

υπάρχει έρωτας που να διαρκεί για πάντα; «Με αγαπούν, αλλά για πόσο καιρό; Αγαπώ, αλλά για πόσο καιρό;». Στην εμπειρία των σχέσεων όλοι λίγο πολύ έχουμε αναρωτηθεί αυτό.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ έχει πάρει μία ξεκάθαρη θέση σε σχέση με αυτό: «η μόνη διαφορά ανάμεσα σε έναν πρόσκαιρο έρωτα και ένα αιώνιο πάθος είναι ότι ο πρόσκαιρος έρωτας διαρκεί περισσότερο».

Βλέπω, λοιπόν, στη ζωή μου ότι ερωτεύτηκα ή πρόκειται να ερωτευτώ πολλές φορές και καθώς πλανιέμαι από έρωτα σε έρωτα τελικά αυτή η υπόσχεση της αιωνιότητας είναι στην ουσία της ισχνή. Γιατί αν έχω ερωτευτεί παραπάνω από τη μία και μοναδική φορά στην ζωή μου, τότε η ένωση δεν είναι δα και τόσο απόλυτη όσο αρχικά υποσχόταν.

Από εκεί που δεν μπορούσα να φανταστώ την ζωή μου δίχως τον άλλον, σε έναν δεύτερο χρόνο συμβαίνει να πέφτουν οι τίτλοι του τέλους και παύω να παίζω πια σε αυτό το έργο. Και όσο και να με πονέσει ο αποχωρισμός αυτός μετά από κάποιο διάστημα μικρό ή μεγάλο μπαίνω σε μία τροχιά όπου μαζεύω τα κομμάτια μου και ξαναφτιάχνω την ζωή μου, όπως άλλωστε με συμβουλεύει όλος ο κόσμος.

Τελικά διαπιστώνω σχεδόν με φρίκη ότι δεν πέθανα από αυτό. Δεν πεθαίνει κανείς από έρωτα, ιδού η φρίκη. Τελικά ο έρωτας μας που διεκδικούσε την υπεροχή του απόλυτου μήπως ήταν μία πλάνη;

Εφόσον η συντήρηση του έρωτά μας κατέληξε να είναι ένα ναυάγιο και εγώ συνεχίζω να επιβιώνω, με λύπη μου διαπιστώνω ότι μάλλον τόσο καιρό κολυμπούσα στα ρηχά. Και από εκεί που εξύψωνα τον έρωτά μου τώρα πια τον περιφρονώ. Και μάλιστα φτάνω να περιφρονώ τον άλλον και λέω στον εαυτό μου ότι παραπλανήθηκα και δεν ήταν αυτός για μένα.

Πρόκειται, όμως για μία μηδενιστική προσέγγιση γιατί ο έρωτας ακόμα και αν είναι φαντασίωση με ωθεί να υπερβαίνω τον εαυτό μου. Ακόμα και αν οι όρκοι μας δεν εκπληρώθηκαν μέχρι το τέλος, τίποτα δεν μου αφαιρεί από την πρόθεση που είχα κάποτε για αυτό το «για πάντα». Έστω μια φορά και έναν καιρό είχα την πρόθεση να κάνω την στιγμή της συνάντησής μου με τον άλλον αιώνια. Κάποτε στην ιστορία μου υπήρξα βρέθηκα υπό καθεστώς έρωτα.

Για αυτό ακόμα και αν δεν κατάφερα να εκπληρώσω τον όρκο μου…

αυτό δεν σημαίνει ότι ό,τι έζησα με τον άλλον ήταν ένα ψεύδος. Ακόμα και αν η επιθυμία μου για τον άλλον αφυδατώθηκε, η εξέλιξη αυτή δεν μου δίνει καμία πληροφορία για το άλλον. Η επιθυμία μου είναι αυτή που εξέπνευσε, ενώ ο άλλος βρίσκεται εκεί που ήταν πάντα. Αυτή ακριβώς είναι και η πλάνη του ρομαντικού έρωτα, γιατί υπό την επήρειά του στήνω το βάθρο στο οποίο τοποθετώ τον άλλον και θεωρώ εκείνον το ύψιστο αγαθό.

Ενώ αν το καλοσκεφτώ το ύψιστο αγαθό δεν είναι τόσο εκείνος όσο η σχέση που έχω μαζί του. Ο ρομαντικός έρωτας δεν αποζητά τη σύζευξη μεταξύ δύο όντων, αλλά την πλήρη συγχώνευση. Πρόκειται για έναν θανατηφόρο μύθο γιατί βάζει ένα τέρμα στο δύο. Γιατί αυτό που μετράει στην ουσία τα ξεχωριστά πρόσωπα, αλλά η ίδια η σχέση. Ο αληθινός τόπος της πρωτοτυπίας σε αυτήν την ερωτική μου εμπειρία με τον άλλον δεν είναι οι δύο που γίνονται ένα, αλλά η ίδια η σχέση μεταξύ των δύο και αυτήν οφείλω να κατακτήσω. Αυτό που με στερεώνει στην ερωτική μου εμπειρία δεν είμαι ούτε εγώ, ούτε ο άλλος, αλλά αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας και μας ξεπερνά.

Το παρόν κείμενο απoτελεί απόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Μπέλλου με τίτλο «Ο γκατζετ-Eros: Ο έρωτας στα χρόνια της τεχνολογίας», το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ι.Σιδέρης. Η συγγραφέας είναι ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια.

Κατά την κλινική της πρακτική ακολουθεί την αυτοσχεδιαστική μέθοδο. Έχει λάβει ειδίκευση στη Συστημική Ψυχοθεραπεία, έχει εντρυφήσει με διατριβή στην Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία και τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί στην Ψυχανάλυση.

(Πηγή: http://www.marobellou.gr)

(385)