
Υπάρχει κάτι βαθιά προβληματικό σε μια κοινωνία που θεωρεί αυτονόητο ότι μια γυναίκα πρέπει να μάθει να προστατεύεται, αλλά όχι εξίσου αυτονόητο ότι ένας άνδρας πρέπει να μάθει να μην ασκεί βία. Το κορίτσι μαθαίνει από μικρό να προσέχει. Να μην επιστρέφει μόνο του, να μην πίνει πολύ, να στέλνει μήνυμα όταν φτάσει, να κοιτάζει πίσω του στον δρόμο, να μην εμπιστεύεται εύκολα, να κρατά το κινητό φορτισμένο. Και μεγαλώνει. Μόνο που οι οδηγίες δεν σταματούν.αλλάζουν μορφή. Πρόσεχε ποιον θα γνωρίσεις, πού θα πας, τι θα φορέσεις, πόσο θα πιεις, ποιον θα βάλεις στο σπίτι σου.. Κάποια στιγμή πρέπει να κάνουμε την προφανή ερώτηση. Γιατί η γυναίκα είναι εκείνη που πρέπει να οργανώνει τη ζωή της γύρω από την πιθανότητα της ανδρικής βίας;
Η υπόθεση του Cornell, που ήρθε ξανά στην επικαιρότητα το 2026, δεν αφορά μόνο το αμερικανικό πανεπιστήμιο. Μια φοιτήτρια είχε καταγγείλει το 2024 ότι υπέστη ομαδική σεξουαλική επίθεση σε χώρο αδελφότητας. Η αρχική ποινική έρευνα δεν οδήγησε σε κατηγορίες και μετά την κατάθεση αστικής αγωγής από την ίδια, η υπόθεση επανεξετάζεται και αναμένεται να παρουσιαστεί ενώπιον grand jury. Οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς τα στοιχεία και τις αρχικές καταθέσεις, επομένως η δικαστική διαδικασία θα κρίνει τα πραγματικά περιστατικά. Όμως το ευρύτερο ζήτημα δεν χρειάζεται δικαστική απόφαση για να γίνει κατανοητό: Η συναίνεση δεν είναι λεπτομέρεια μιας σεξουαλικής πράξης, είναι προϋπόθεση. Δεν είναι «δεν είπε όχι», δεν είναι «είχε πιει», δεν είναι «πήγε μαζί του», δεν είναι «είχαν προηγουμένως σχέση», ούτε είναι «στην αρχή ήθελε». Η συναίνεση πρέπει να υπάρχει τη στιγμή που πραγματοποιείται η πράξη και να μπορεί πραγματικά να δοθεί. Αυτό θα έπρεπε να είναι στοιχειώδες, κι όμως ακόμη χρειάζεται να το διδάσκουμε.
Στην Ελλάδα δεν παρακολουθούμε το συγκεκριμένο θέμα από απόσταση. Το 2025 η Ελληνική Αστυνομία κατέγραψε 19.167 γυναίκες θύματα ενδοοικογενειακής βίας και 22.876 περιστατικά, ενώ το 2024 οι αντίστοιχοι αριθμοί ήταν 18.640 γυναίκες και 22.080 περιστατικά. Είναι σημαντικό να είμαστε ακριβείς. Η αύξηση στις καταγγελίες δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυξήθηκε στον ίδιο βαθμό και η πραγματική βία, καθώς μπορεί να αντανακλά μεγαλύτερη προθυμία καταγγελίας, καλύτερη πρόσβαση στις αρχές ή μεγαλύτερη αναγνώριση της κακοποίησης. Σημαίνει όμως κάτι αναμφισβήτητο: χιλιάδες γυναίκες κάθε χρόνο χρειάζονται την παρέμβαση του κράτους για να προστατευθούν από ανθρώπους του στενού τους περιβάλλοντος τις περισσότερες φορές.
Και η βία αυτή δεν περιορίζεται στην κακοποίηση. Μπορεί να καταλήξει στον θάνατο. Σύμφωνα με την επίσημη ετήσια έκθεση της Γενικής Γραμματείας Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το 2025 καταγράφηκαν 16 γυναικοκτονίες στο πλαίσιο
της ενδοοικογενειακής βίας, ενώ το 2024 είχαν καταγραφεί 17. Άλλη καταγραφή, του Ελληνικού Τμήματος του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τη Γυναικοκτονία, αναφέρει 21 γυναικοκτονίες το 2025, χρησιμοποιώντας διαφορετική μεθοδολογία και ευρύτερο πλαίσιο καταγραφής. Η διαφορά των αριθμών δεν είναι λόγος να επιλέξουμε αυθαίρετα εκείνον που μας εξυπηρετεί· είναι λόγος να αποκτήσουμε ενιαίο, αξιόπιστο και πλήρες σύστημα καταγραφής. Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει περιορισμούς στη συλλογή και συγκρισιμότητα των δεδομένων για τη βία κατά των γυναικών. Το 2022, πάντως, τα στοιχεία έδειξαν ότι 13 από τα 14 θύματα ανθρωποκτονίας από σύντροφο ήταν γυναίκες. Αυτό δεν είναι στατιστική υποσημείωση, είναι η εικόνα ενός κινδύνου που έχει σαφές φύλο.
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη στη συζήτηση για τις γυναικοκτονίες είναι ότι κοιτάμε μόνο την τελευταία πράξη: τη μαχαιριά, τον πυροβολισμό, τον στραγγαλισμό, το έγκλημα που έγινε πρωτοσέλιδο. Η βία όμως συχνά έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα, με τον έλεγχο, την απομόνωση, τη ζήλια, την παρακολούθηση, τις απειλές, την οικονομική εξάρτηση και την απαξίωση. Αρχίζει με το «πού είσαι;», το «με ποιον είσαι;», το «δεν θα βγεις», το «αν με αφήσεις, θα δεις». Και κάποια από αυτά εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως σημάδια πάθους, ενώ δεν είναι. Η ζήλια δεν είναι απόδειξη αγάπης, ο έλεγχος δεν είναι προστασία, η κτητικότητα δεν είναι δέσιμο και η απειλή δεν είναι απλώς ένταση της στιγμής. Είναι συμπεριφορές που μπορούν να αποτελέσουν προειδοποιητικά σημάδια, γι’ αυτό και η πρόληψη μιας γυναικοκτονίας δεν αρχίζει τη στιγμή που ένας άνδρας σηκώνει το όπλο ή το μαχαίρι· αρχίζει πολύ νωρίτερα.
Το κράτος έχει ευθύνη, το σχολείο έχει ευθύνη, η Αστυνομία έχει ευθύνη και η Δικαιοσύνη έχει ευθύνη, αλλά το πρώτο σχολείο ενός παιδιού είναι το σπίτι. Εκεί μαθαίνει τι σημαίνει σεβασμός, τι σημαίνει δύναμη, πώς συμπεριφέρεται ένας άνδρας σε μια γυναίκα και αν το «όχι» είναι όριο ή πρόκληση. Γι’ αυτό δεν αρκεί να μαθαίνουμε τα κορίτσια να προσέχουν, πρέπει να μαθαίνουμε τα αγόρια να σέβονται. Το αγόρι πρέπει να μάθει ότι η απόρριψη δεν είναι ταπείνωση, ότι η σεξουαλική επαφή δεν είναι δικαίωμα, ότι η μέθη μιας κοπέλας δεν είναι ευκαιρία, ότι η σιωπή δεν είναι συναίνεση, ότι μια προηγούμενη σχέση δεν δημιουργεί δικαίωμα στο σώμα της, ότι ένα «όχι» δεν είναι διαπραγμάτευση και ότι ο χωρισμός δεν είναι αφορμή για εκδίκηση. Ταυτόχρονα, πρέπει να μεγαλώνουμε κορίτσια που ξέρουν ότι έχουν δικαίωμα να θέτουν όρια, να αποχωρούν από μια σχέση και να ζητούν βοήθεια χωρίς να αισθάνονται υπεύθυνα για τη συμπεριφορά εκείνου που παραβιάζει τα όριά τους.
Σε ότι αφορά την εκπαίδευση, δεν αρκεί να μάθει ένας έφηβος για το αναπαραγωγικό σύστημα. Πρέπει να μάθει για τη συναίνεση, τα όρια, τη σεξουαλική βία, τις κακοποιητικές σχέσεις, τον ψηφιακό εκβιασμό, τη διακίνηση προσωπικού υλικού χωρίς συναίνεση, την πορνογραφία και τη διαφορά ανάμεσα στη φαντασίωση και στην πραγματική σχέση, αλλά και για το πώς αναγνωρίζεται ο έλεγχος και πώς ζητά κάποιος βοήθεια. Και πρέπει να τα μάθει πριν βρεθεί αντιμέτωπος με αυτές τις καταστάσεις. Δεν μπορεί η κοινωνία να περιμένει να γίνει ένα έγκλημα για να εξηγήσει στους νέους τι είναι συναίνεση.
Μπορούμε να δίνουμε στις γυναίκες όσες συμβουλές αυτοπροστασίας θέλουμε και πολλές από αυτές θα παραμένουν χρήσιμες. Δεν μπορούν όμως να αποτελούν την κεντρική πολιτική ενός κράτους απέναντι στη βία, γιατί τότε μεταφέρουμε, έστω έμμεσα, μέρος της ευθύνης στο θύμα. Γιατί πήγε εκεί, γιατί ήπιε, γιατί τον εμπιστεύτηκε, γιατί δεν έφυγε νωρίτερα, γιατί δεν κατάλαβε, γιατί δεν κατήγγειλε. Οι ερωτήσεις αυτές μετατοπίζουν το κέντρο της συζήτησης από εκείνον που άσκησε τη βία σε εκείνη που την υπέστη. Η σωστή ερώτηση είναι άλλη. Γιατί ένας άνθρωπος θεώρησε ότι είχε δικαίωμα να ασκήσει βία και τι μπορούσαμε να είχαμε κάνει νωρίτερα ώστε να μην φτάσουμε εκεί;
Μία γυναίκα δεν πρέπει να χρειάζεται σχέδιο διαφυγής για να επιστρέψει σπίτι της, ούτε να χρειάζεται να αποδείξει ότι ήταν «αρκετά προσεκτική» για να θεωρηθεί άξια προστασίας. Δεν πρέπει να είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση της βίαιης συμπεριφοράς ενός άλλου ανθρώπου. Και τα παιδιά δεν πρέπει να μεγαλώνουν με δύο διαφορετικά εγχειρίδια ζωής. Ένα για τα αγόρια που τους μαθαίνει να διεκδικούν και ένα για τα κορίτσια που τους μαθαίνει να προσέχουν.
Η πραγματική αλλαγή θα έρθει όταν η κοινωνία σταματήσει να θεωρεί φυσιολογικό ότι μια γυναίκα πρέπει να φοβάται. Όταν η συναίνεση γίνει αυτονόητη, όταν η ζήλια πάψει να παρουσιάζεται ως έρωτας, όταν η κατοχή πάψει να παρουσιάζεται ως ανδρισμός, όταν η καταγγελία μιας γυναίκας αντιμετωπίζεται ως σοβαρό σήμα κινδύνου και όταν τα δεδομένα χρησιμοποιούνται για να εντοπίζονται οι αποτυχίες του συστήματος πριν από την επόμενη δολοφονία.
Γιατί το πρόβλημα είναι ήδη μπροστά μας: στα σπίτια, στις σχέσεις, στα σχολεία, στις παρέες, στους δρόμους, στα πανεπιστήμια και στις καταγγελίες που προηγούνται μιας τραγωδίας. Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει η γυναίκα πιο προσεκτική. Το ζητούμενο είναι να γίνει η κοινωνία λιγότερο βίαιη.