Γράφει ο Δρ. Νικόλαος Σταθάτος Ενδοκρινολόγος,
Διευθυντής Τμήματος Ενδοκρινολογικής Ογκολογίας και Ενδοκρινούς Υπέρτασης Ιατρικό Κέντρο Αθηνών
Η αυξημένη αρτηριακή πίεση αποτελεί έναν από τους συχνότερους και σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, καθώς και για νεφρική ανεπάρκεια ή βλάβες στα μεγάλα αγγεία, όπως η αορτή. Είναι πλέον τεκμηριωμένο ότι η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή ρύθμιση της υπέρτασης μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης αυτών των επιπλοκών. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα, η αιτία της υπέρτασης παρέμενε άγνωστη στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.
Τα τελευταία χρόνια όμως, πολλές κλινικές μελέτες έχουν αναδείξει τον σημαντικό ρόλο ορισμένων ορμονών, όπως η αλδοστερόνη και η κορτιζόλη, ως αιτιών υπέρτασης. Οι ορμόνες αυτές παράγονται στα επινεφρίδια, δύο μικρούς αδένες που βρίσκονται στο πίσω μέρος της κοιλιάς, πάνω από τους νεφρούς. Η αλδοστερόνη ρυθμίζει τα επίπεδα νατρίου και κατ’ επέκταση την ισορροπία υγρών στον οργανισμό, επηρεάζοντας άμεσα την αρτηριακή πίεση. Η κορτιζόλη, γνωστή και ως «ορμόνη του στρες», συμμετέχει επίσης σε μηχανισμούς που σχετίζονται με τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.
Η παθολογικά αυξημένη παραγωγή αλδοστερόνης (υπεραλδοστερινισμός) έχει αποδεχτεί ότι είναι η πιο συνηθισμένη ορμονολογική αιτία υπέρτασης και εκτιμάται ότι μπορεί να αφορά έως και το 20% των ασθενών με αρτηριακή υπέρταση.
Για τον λόγο αυτό, όλοι οι διεθνείς οργανισμοί που ασχολούνται με την υπέρταση προτείνουν πλέον όλοι οι ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με υπέρταση να εξεταστούν για την ύπαρξη υπεραλδοστερινισμού. Παρ’ όλα αυτά, στην πράξη ο συγκεκριμένος έλεγχος πραγματοποιείται σήμερα μόνο σε ένα πολύ μικρό ποσοστό ασθενών (~ 1%).
Όπως αναφέρθηκε, η σωστή αντιμετώπιση της υπέρτασης μειώνει τον αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επιπλοκών. Ωστόσο, στους ασθενείς που έχουν υπέρταση λόγω υπεραλδοστερονισμού, η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης από μόνη της δεν αρκεί για να μειώσει τον κίνδυνο, ακόμη και όταν οι τιμές της πίεσης είναι φυσιολογικές. Ο κίνδυνος μειώνεται ουσιαστικά μόνο όταν αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και ο ίδιος ο υπεραλδοστερονισμός.
Για παράδειγμα, αν ένας ασθενής έχει μόνο υπέρταση η οποία είναι καλά ρυθμισμένη (π.χ. 110/70 mmHg ), έχει μειωμένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές επιπλοκές, αλλά αν ο ίδιος ασθενής έχει και υπεραλδοστερινισμό που δεν έχει αντιμετωπιστεί, έχει σημαντικά αυξημένες πιθανότητες για τις ίδιες επιπλοκές ακόμη κι η αρτηριακή του πίεση είναι επίσης 110/70 mmHg.
Για τη διάγνωση του υπεραλδοστερινισμού, απαιτείται μια απλή εξέταση αίματος η οποία περιλαμβάνει τη μέτρηση της αλδοστερόνης, της ρενίνης, της ορμόνης που ρυθμίζει την παραγωγή της αλδοστερόνης, καθώς και του καλίου και της νεφρικής λειτουργίας, μέσω των τιμών ουρίας και κρεατινίνης. Ως ακόμη πιο απλός έλεγχος, μπορεί να γίνει μόνο η μέτρηση της ρενίνης, κι αν είναι χαμηλή, τότε πρέπει να ακολουθήσει ο υπόλοιπος έλεγχος.
Υπάρχουν δύο διαφορετικές αιτίες υπεραλδοστερινισμού: Η πιο συνηθισμένη οφείλεται σε πρόβλημα και στα δύο επινεφρίδια και αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά. Αρκετά πιο σπάνια, η νόσος οφείλεται στο ένα μόνο επινεφρίδιο. Εφόσον είναι εφικτό, η αντιμετώπιση μπορεί να είναι χειρουργική, αν και υπάρχουν και φαρμακευτικές επιλογές. Συνήθως χρειάζεται η συμμετοχή ειδικού ενδοκρινολόγου για τη σωστή διάγνωση κι αντιμετώπιση.
Η παθολογικά αυξημένη παραγωγή κορτιζόλης μπορεί επίσης να προέρχεται από το ένα ή και από τα δύο επινεφρίδια. Πιο σπάνια, μπορεί να σχετίζεται με διαταραχή της υπόφυσης, του κεντρικού ενδοκρινούς αδένα που βρίσκεται στον εγκέφαλο.
Όταν είναι εφικτό, η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί την ιδανική θεραπευτική επιλογή. Ωστόσο, η διάγνωση αυτών των καταστάσεων είναι συχνά ιδιαίτερα απαιτητική και χρειάζεται αξιολόγηση από εξειδικευμένο ενδοκρινολόγο με εμπειρία στη διερεύνηση και αντιμετώπιση τέτοιων ορμονικών διαταραχών.
Συμπερασματικά
Η διάγνωση και η αντιμετώπιση της υπέρτασης έχουν εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Σήμερα γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τα πιθανά αίτιά της, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να είναι ορμονικά.
Για τη σωστή διερεύνηση και αντιμετώπιση αυτών των περιπτώσεων απαιτείται διεπιστημονική συνεργασία, όπως ο παθολόγος, ο καρδιολόγος και ο ενδοκρινολόγος, με στόχο την εξατομικευμένη φροντίδα και την αποτελεσματική προστασία της υγείας του ασθενούς.
Διαβάστε περισσότερα άρθρα για θέματα που αφορούν την υγεία σας, εδώ
