Οι πολεμικές επιχειρήσεις που άρχισαν στο Ιράν δεν επηρεάζουν μόνο τη γεωπολιτική ισορροπία της Μέσης Ανατολής· επιδρούν βαθιά και στην ψυχική υγεία των ανθρώπων, εντός και εκτός της χώρας. Η εμπειρία του πολέμου, είτε άμεση είτε έμμεση μέσω της συνεχούς ενημέρωσης, ενεργοποιεί μηχανισμούς φόβου και αβεβαιότητας που μπορούν να οδηγήσουν σε άγχος, αϋπνία, ευερεθιστότητα και σωματοποιημένα συμπτώματα.
Για όσους ζουν κοντά στις συγκρούσεις, η απειλή της απώλειας, ο αποχωρισμός από αγαπημένα πρόσωπα και η ανατροπή της καθημερινότητας αυξάνουν τον κίνδυνο μετατραυματικού στρες (PTSD), κατάθλιψης και κρίσεων πανικού. Τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευάλωτα: η διακοπή της σχολικής ζωής και η έκθεση σε σκηνές βίας μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη, δημιουργώντας μακροχρόνια τραύματα.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στα σύνορα του Ιράν. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, η συνεχής ροή εικόνων και πληροφοριών μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μεταφέρει τον πόλεμο στα σπίτια εκατομμυρίων ανθρώπων. Η «δευτερογενής τραυματοποίηση» αφορά όσους παρακολουθούν αδιάκοπα ειδήσεις, αναπτύσσοντας αίσθημα αβοηθησίας και υπαρξιακής ανασφάλειας. Η αβεβαιότητα για την οικονομία, τις τιμές ενέργειας ή την πιθανότητα ευρύτερης σύρραξης εντείνει το συλλογικό στρες.
Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι δημοσιογράφοι και οι επαγγελματίες που καλύπτουν τις εξελίξεις. Η συνεχής έκθεση σε σκληρό οπτικό υλικό και η πίεση της άμεσης μετάδοσης μπορούν να οδηγήσουν σε επαγγελματική εξουθένωση και ψυχική κόπωση. Η ηθική σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη ενημέρωσης και στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβαρύνει επιπλέον.
Σε περιόδους πολεμικής κρίσης, η ψυχική ανθεκτικότητα ενισχύεται μέσα από την αξιόπιστη ενημέρωση, τη διατήρηση ρουτίνας και την κοινωνική υποστήριξη. Η φροντίδα της ψυχικής υγείας δεν είναι πολυτέλεια· αποτελεί βασικό παράγοντα επιβίωσης και κοινωνικής συνοχής σε καιρούς αβεβαιότητας.
Α.Γ
