Η ζωή μου είναι βαρετή…Τι να κάνω;

Ο χρόνος κυλάει χωρίς να συμβαίνει τίποτε, δεν υπάρχει τίποτε δελεαστικό, τα πάντα είναι εμποτισμένα με μία αφόρητη στασιμότητα. Η ζωτικότητα έχει πάει περίπατο, υπάρχει πόθος για μία επιθυμία, αλλά η επιθυμία έχει μαραθεί. Ο άνθρωπος που πλήττει βρίσκεται σε μία αναμονή, περιμένει να ξαναβρεί την επιθυμία του, όμως δεν ξέρει τi να επιθυμήσει.

Όλα τα πράγματα για εκείνον φαντάζουν μουντά, ασφυκτικά επαναλαμβανόμενα, έχουν χάσει την γυαλάδα τους. Και ναι, τότε είναι που η ζωή γίνεται βαρετή, διάχυτα μονότονη στην απεραντοσύνη του χρόνου που τείνει να είναι μηχανικός. Οι διαθέσεις είναι ασφαλώς οπτικές γωνίες, για αυτό και ο άνθρωπος που πλήττει μπορεί να διστάζει να ομολογήσει αυτήν την αλλόκοτη απάθεια ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό. Τα παιδιά από την άλλη, θέτουν ευθαρσώς αυτό το μεγάλο υπαρξιακό ερώτημα: «Και τώρα τί θα κάνουμε;».

Υπάρχει επίσης ένα πλήθος οπτικών από τις οποίες έχει προσεγγιστεί το ζήτημα της πλήξης. Στην αρχαιότητα η πλήξη ανήκε στην ευρύτερη κατηγορία της μελαγχολίας. Μόλις τον 19ο αιώνα χαρακτηρίστηκε ως μία πνευματική διαταραχή που συνδέθηκε με τον αυξανόμενο ρυθμό μηχανοποιημένων τρόπων ύπαρξης. Στην ψυχιατρική η πλήξη συμπίπτει λιγότερο ή περισσότερο με την κατάθλιψη.

Στην φιλοσοφία συνδέεται με την υποκειμενική εμπειρία του χρόνου, μάλιστα ο Ζανκελεβίτς την κατονόμασε ως «ασθένεια του χρόνου» (disease of time). Στην ψυχανάλυση, η πλήξη εντάσσεται πάλι στο αχανές βασίλειο των καταθλιπτικών φαινομένων. Όμως, είναι ερώτημα αν η πλήξη είναι ένα αμιγώς καταθλιπτικό συναίσθημα ή έχει και ιδιότητες που εκτείνονται σε ένα ευρύτερο φάσμα.

(Βεβαίως, η πλήξη δεν περιορίζεται σε μία μόνο μορφή, καθώς κάποιος μπορεί να βαριέται για πολλούς λόγους. Εμείς θα την προσεγγίσουμε αρχικά με βάση την ιδέα μίας ανεκπλήρωτης υπόσχεσης.)

Για ξεκίνημα, θα ξετυλίξουμε το νήμα από την σφαίρα της ετερότητας. Ο Άλλος είναι κάτι εξωτερικό σε σχέση με τον εαυτό μου και για αυτό έχει κάτι το ανοίκειο. Άλλες φορές στα μάτια μου τον χαρακτηρίζει κάτι καινούργιο, ενώ άλλες κάτι πολύ παλιό και επομένως οικείο.

Η ιδέα του Φρόυντ για το ανοίκειο είναι «μία μορφή του τρομακτικού, η οποία ανάγεται σε κάτι παλαιόθεν γνωστό και οικείο» και «υπό μία έννοια, το ανοίκειο είναι οικείο». Εμείς εδώ ωστόσο χρησιμοποιούμε την ιδέα του ανοίκειου με την πολύ ευρύτερη σημασία της, στρέφοντας κυρίως την προσοχή μας στην σχέση του ανοίκειου με την ετερότητα.

Ο Άλλος έχει πάντα κάτι ξένο σε σχέση με μένα και για αυτό δεν μπορώ να τον γνωρίζω ποτέ πλήρως, γεγονός που με βάζει κατά κάποιο τρόπο σε μία παθητική θέση. Στην πλήξη ο Άλλος είναι κορεσμένος, παραμένει πάντα ο ίδιος και δεν θα αλλάξει ποτέ. Ο κορεσμός αυτός με οδηγεί με την σειρά του στην απογοήτευση, και στην σταδιακή εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας αναζήτησης του αυθεντικού, του αναζωογονητικού, του άξιου να αναγνωριστεί ως αντικείμενο επιθυμίας, μέσα στην σχέση μου με τους άλλους.

Η Μάρω Μπέλλου είναι ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια. Κατά την κλινική της πρακτική ακολουθεί την αυτοσχεδιαστική μέθοδο. Έχει λάβει ειδίκευση στη Συστημική Ψυχοθεραπεία, έχει εμβαθύνει με διατριβή στην Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία και τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί στην Ψυχανάλυση. 

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της με τίτλο: «Ο γκατζετ-Eros: ο έρωτας στα χρόνια της τεχνολογίας» από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης.

(Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε: http://www.marobellou.gr/el/)

(439)