Δέσμευση από καθήκον ή από έρωτα;

Στο παρελθόν η μοναδική κοινωνικά αποδεχτή δίοδος για τη συνένωση του άντρα και της γυναίκας ήταν το γαμήλιο συμβόλαιο. Η δε σύναψή του είχε ως έδρα όχι τα υψηλά συναισθήματα του έρωτα, αλλά γινόταν κυρίως στη βάση μιας οικονομικής συναλλαγής.

«Εκτός του γάμου δεν υπήρχε καμία δυνατότητα να εξασφαλίσει κανείς την υλική βάση για την επιβίωσή του»1. Για αυτόν τον λόγο, το σύστημα της προίκας ήταν ένα στοιχείο υψίστης σημασίας σε αυτήν τη σχέση οικονομικών συμβάσεων. Μάλιστα, όσο πιο αδρή ήταν η πληρωμή, τόσο πιο εύκολο ήταν και το πέρασμα της γυναίκας από τη μία οικογένεια στην άλλη.

Τα συναισθήματα παραμερίζονταν και δεν είχαν παρά μία διακοσμητική αξία. Τις περισσότερες φορές θεωρούνταν ως εμπόδιο για μία δια βίου δέσμευση. Το πάθος περιφρονούνταν και αντιμετωπιζόταν ως τροχοπέδη στην ανθεκτικότητα του αμοιβαίου δεσμού μπροστά στις μελλοντικές δοκιμασίες της ζωής. Στην καλύτερη περίπτωση, τα αισθήματα αγάπης καλλιεργούνταν σε μεταγενέστερο χρόνο, παρά στην αρχή της κοινής συμβίωσης.

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ο έρωτας δεν χτυπούσε ποτέ την πόρτα στην καρδιά των συζύγων. Ο γάμος λειτουργούσε ως μία ανεξάρτητη αρχή από τη βούληση των συζύγων. Γι’ αυτό, η εμπιστοσύνη μεταξύ τους θεωρούνταν δεδομένη και προερχόταν από έξω, δηλαδή από τον νόμο. Ο δεσμός ήταν άρρηκτος και δεν επιδεχόταν κανένα πισωγύρισμα. Κάθε απόπειρα ατομικής επιδίωξης πέραν του θεσμού θεωρούνταν ένα ασυγχώρητο παραστράτημα και εξισωνόταν με προδοσία.

Σίγουρα ο γάμος δεν προοριζόταν για την προσωπική ευτυχία, αλλά λειτουργούσε ως μία ασφαλιστική δικλίδα για την επιβίωση. «Ο κόσμος παντρευόταν, έκανε έναν καλό ή κακό γάμο, αποδεχόταν για όλη του τη ζωή την ευτυχία του ή τη δυστυχία του, όπως και να του τύχαινε»2.

Ανάλογα με το φύλο, ο γάμος αποκτούσε και ένα διαφορετικό νόημα. Για τις γυναίκες αποτελούσε την πλέον καθοριστική στιγμή αυτονόμησης. Ήταν το μοναδικό εισιτήριο για την έξοδό τους από την πατρική οικογένεια. Τον περίμεναν με την ανυπομονησία μιας φυλακισμένης που βρίσκει τον απελευθερωτή της. Για τους άντρες, ήταν περισσότερο ένα αγκυροβόλιο μακριά από το οποίο μπορούσαν να εξορμήσουν για να αντιμετωπίσουν τον ευρύτερο κόσμο. Και για τα δύο φύλα η συζυγική χρήση της σεξουαλικότητας συνδεόταν κυρίως με την αναπαραγωγή, δηλαδή τη γέννηση παιδιών. Η μακροχρόνια παραμονή με τον άλλον δεν απαιτούσε την ερωτική απόλαυση.

Η γυναίκα πριν από τον γάμο έπρεπε να είναι σεξουαλικά άθικτη. Αν δεν διέθετε αυτό το προσόν δεν ήταν γυναίκα για σπίτι. Μέσα στον γάμο το σεξ ήταν μόνο το μέσο ώστε να αποκτήσει εκείνη τον ρόλο της μητέρας-τροφού και ο σύζυγός της αντίστοιχα τον ρόλο του pater familias.

Ο άντρας, από την άλλη, δεν ήταν απαραίτητο να αντλήσει την ερωτική απόλαυση από τον στενό κλοιό του οίκου του. «Οι εξωσυζυγικές περιπλανήσεις ήταν μία διέξοδος κάθε άλλο παρά κοινωνικά κατακριτέα. Η αντρική απιστία, χωρίς να θεωρείται αξία, ήταν ωστόσο αποδεκτή» 3.

Γι’ αυτόν τον λόγο, οι συνευρέσεις με γυναίκες εκτός του οίκου γίνονταν με τη σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους των συζύγων. Και μάλιστα αυτές θεωρούνταν και ως απαραίτητο συμπλήρωμα για μία αρμονική οικογενειακή ζωή. Μπορούμε να πούμε ότι «σήμερα ζούμε ήδη σε ένα άλλον κόσμο, στον οποίο η γυναικεία παρθενία έχει χάσει σε αξία, η αντρική απιστία, ο φαλλοκρατισμός γίνεται λιγότερο ανεκτός από το άλλο φύλο, το οποίο τώρα ετοιμάζεται να εκδικηθεί τον άντρα»4.

Στο πέρασμα του χρόνου οι ασφαλιστικές δικλίδες του γαμήλιου συμβολαίου άρχισαν να αποσταθεροποιούνται. Καθώς το διαζύγιο εμφανίστηκε στο προσκήνιο, δόθηκε ένα τέλος στον νομικό καταναγκασμό του παρελθόντος. Παλαιότερα, οι σύζυγοι δεν χώριζαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αγαπιούνταν.

Τώρα πια αν, για παράδειγμα, ο ένας σύντροφος θεωρήσει ότι ο άλλος του παρεμποδίζει την προσωπική του ανάπτυξη, πλέον ο χωρισμός είναι μία λύση. Η δυνατότητα του διαζυγίου είναι ένα εργαλείο υποκειμενικότητας. Το αποϊεροποιημένο μυστήριο του γάμου άρχισε να παρεκκλίνει από το ασφυκτικό πλαίσιο του εγκλεισμού.

Παράλληλα, εμφανίστηκαν καινούργιες και πιο αποδοτικές μέθοδοι αντισύλληψης. Αυτό το γεγονός είχε σε μεγάλο βαθμό για απότοκο τη χειραφέτηση της σεξουαλικότητας από τη συζυγική κλίνη. Τώρα πια η σεξουαλική σχέση είναι προαπαιτούμενο, προκειμένου κανείς να εμπλακεί σε μία σχέση με σκοπό τον γάμο, πράγμα που δεν ίσχυε παλιότερα. Αυτή η εξέλιξη, ακόμη κι αν εμείς σήμερα την θεωρούμε αυτονόητη, έφερε μεγάλες αλλαγές στους όρους της δέσμευσης σε μία σχέση.

Πλέον μπορούμε να μιλάμε για σχέσεις, ενώ στο παρελθόν δεν νοούνταν σχέσεις πέραν του γάμου. Η συντροφικότητα εξιδανικεύεται. Τόσο η δυνατότητα του διαζυγίου όσο και η αποτελεσματική αντισύλληψη ήρθαν και κούμπωσαν με την απροθυμία των γυναικών να ενδώσουν στην αντρική ερωτική κυριαρχία. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, τα δύο φύλα έπρεπε να προσαρμοστούν και να χαράξουν καινούργια και μέχρι πρότινος άβατα μονοπάτια στην εμπειρία των σχέσεων.

Οι όροι δέσμευσης σε μία σχέση άλλαξαν τόσο ριζικά, που οι προηγούμενες γενιές δεν μπορούσαν να φανταστούν ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα. Έγινε μία μετάθεση των ευθυνών από την κοινωνία στο ίδιο το άτομο και στις δικές του προτιμήσεις. Τώρα πια δεν είναι ο νόμος που δίνει τις κατευθυντήριες γραμμές, αλλά η ατομική επανάσταση για ευτυχία , καθώς και η επιθυμία για πρόσβαση σε ποικίλες εμπειρίες απόλαυσης. Και για να απολαμβάνει κανείς, χρειάζεται να είναι υπό την επήρεια της ερωτικής έξαψης. Έχουμε ξεφύγει από την ανάγκη για επιβίωση και αναζητάμε έναν σύντροφο ζωής. Ο θεός της ιδιωτικής σφαίρας είναι ο έρωτας.

Το καθήκον απέναντι στην κοινωνία έχει αντικατασταθεί από την επιθυμία να ερωτευτούμε. Τώρα πια ψάχνουμε τη χρυσή τομή ανάμεσα σε δύο επιδιώξεις: «την ασφάλεια της σταθερής σχέσης από τη μία και την περιπέτεια που συναινεί στον πόθο από την άλλη» 5.

Κάποτε αυτού του είδους η συμφιλίωση μεταξύ της ηρεμίας και της παρόρμησης ήταν μία αντίφαση. Ο γάμος δεν ήταν παρά ένας δια βίου συνεταιρισμός που εγγυόταν τη σταθερότητα της δέσμευσης. Τώρα δεν έχουμε απαλλαγεί από αυτή την αναζήτηση, αλλά θέλουμε επιπλέον ο σύντροφος να είναι ο πιο οικείος και έμπιστος φίλος και συνάμα ο φλογερός εραστής και όλα αυτά να τα ζήσουμε δύο φορές περισσότερο χάρη στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Τα θέλουμε όλα σε ένα, δίχως ημίμετρα και συμβιβασμούς.

Μέσα από τους μετασχηματισμούς της προσωπικής σχέσης έχει αναδυθεί ένα καινοτόμο μοντέλο δέσμευσης που είναι η «αμιγής σχέση»6. Σε αυτόν τον τύπο δέσμευσης μία σχέση δεν συνάπτεται με βάση κάποιο εξωτερικό σημείο αναφοράς, αλλά μόνο για αυτά που μπορεί ο ένας να αντλήσει από τον άλλον. «Η ένωση δια του γάμου περιορίζεται πλέον στο ζευγάρι των συντρόφων. Δεν συνδέει, δηλαδή, δύο οικογένειες, με τα αγαθά τους, τις περιουσίες τους, την ιστορία τους, όπως συνέβαινε άλλοτε, αλλά δύο άτομα που ενώνονται για τις κοινές τους προτιμήσεις»7.

Κάθε παρτενέρ μένει σε αυτήν τη σχέση μόνο εφόσον νιώθει ικανοποίηση με αυτήν. Και αυτό είναι κάτι που χρειάζεται να υπάρχει και από τις δύο πλευρές. Αυτό σημαίνει ότι μία τέτοια σχέση μπορεί να τερματιστεί ανά πάσα ώρα και στιγμή, όταν τουλάχιστον ο ένας από τους δύο αποφασίσει να αποχωρήσει και να τραβήξει τη δική του ροτα. Έτσι και αλλιώς, καθένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έχει τη δική του ζωή.

Καθώς «τα δύο μέρη του δεσμού είναι προϊόντα διακριτών ιστοριών, οι ζωές τους απλώς διασταυρώνονται, δεν διαλύεται πλέον η μία μέσα στην άλλη»8. Αυτή η πιθανότητα μπορεί να υπονομεύει τη δυνατότητα διάρκειας. Κάθε σύντροφος είναι υποχρεωμένος να ζήσει τη σχέση του με προσωπικό ρίσκο. Έτσι, η εμπιστοσύνη στη δέσμευση δεν τίθεται από έξω, όπως ο νόμος στο παρελθόν, αλλά εκ των έσω, δηλαδή την ίδια τη σχέση μεταξύ του ζευγαριού.

Το τι σημαίνει δέσμευση γίνεται πια θέμα διαπραγμάτευσης. Έτσι, το συμβόλαιο δέσμευσης σε μία σχέση από ισόβιο έχει γίνει κυλιόμενο και χρειάζεται να επιβεβαιώνεται και να ανανεώνεται διαρκώς…

«Η δέσμευση σε μία σχέση είναι πιο αυθεντική εφόσον μπορεί να αναιρεθεί»9. Από εκεί που στο παρελθόν κυριαρχούσε ο καταναγκασμός, τώρα σημασία έχει η διαπραγμάτευση. Άλλωστε, η διαπραγμάτευση είναι πιο συμβατή με τη σεξουαλική ισοτιμία, που πλέον σήμερα πρυτανεύει ως ιδεολογία.

Για πρώτη φορά η ζωή με τον άλλον δεν είναι ζωή για τον άλλον, όπως ίσχυε στο παρελθόν 10. Ο εαυτός έκαστου παρτενέρ δεν ολοκληρώνεται αποκλειστικά μέσα από τη σχέση, αλλά και από προσωπικές φιλοδοξίες που εκτείνονται πέραν της εμβέλειάς της. Καθένας μπορεί να καταπιάνεται με πράγματα εκτός της σχέσης, χωρίς να νιώθει αναγκαστικά ότι την προδίδει. Το πόσο μέσα ή έξω, χαλαρά ή σφιχτά επιλέγει κανείς να δεσμευτεί σε μία σχέση είναι υπόθεση καθαρά προσωπικής επιλογής.

Για να απολαμβάνουμε και οι δύο το κοινό αγαθό αυτής της σχέσης χρειάζεται να συμφωνούμε ως προς αυτές τις εναλλαγές. Η εμπιστοσύνη δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτονόητη κι ούτε κατακτάται μία δια παντός, αντίθετα τίθεται σε συνεχή αναδιαπραγμάτευση.

«Ως εκ τούτου, ο γάμος βρίσκεται περισσότερο εκτεθειμένος στους κινδύνους του έρωτα, όσο και αν ευελπιστεί να διαρκέσει για πάντα, εντούτοις είναι γνωστό σε όλους πως πρόκειται για ευσεβή πόθο που κάποια στιγμή θα εξανεμιστεί»11.

Άντρες και γυναίκες απαιτούν περισσότερα από κάθε άλλη φορά και καλούνται να εξοικειωθούν με την ιδέα ενός ζευγαριού που έχει ημερομηνία λήξης. Αυτό, άλλωστε, δεν μαρτυρά και ο αυξανόμενος αριθμός των διαζυγίων;

Τρομάζω μπροστά στις απαιτήσεις που αξιώνω από τον άλλον, γιατί γνωρίζω πως ανάλογες απαιτήσεις φυλά και αυτός για μένα. Γι’ αυτό αναστοχάζομαι συνεχώς τι αποκομίζω από τη σχέση μου και αν επιθυμώ να την διατηρήσω. Βέβαια, γνωρίζω ότι και ο άλλος αναστοχάζεται για τον ίδιο δικό του σκοπό.

Το ρίσκο της δέσμευσης γίνεται όλο και πιο μεγάλο και για τον λόγο αυτόν η εμπιστοσύνη είναι όλο και πιο δύσκολη. Γιατί το να αναλάβω ρίσκο δίνοντας όρκο πίστης με κάνει εξαρτημένο. Και αν επιτρέψω στον εαυτό μου να αφεθεί στη δέσμευση, τότε κινδυνεύω να μείνω ξεκρέμαστος. Και προκειμένου να οχυρωθώ μπροστά σε αυτήν την απειλή, υιοθετώ την ιδέα πως το ρίσκο δεν αφορά εμένα, αλλά τον άλλον. «Αν ο άλλος υποφέρει είναι δικό του θέμα, έτσι δεν είναι; Δεν είναι αρκετά μοντέρνος. Πρόκειται για μία άποψη που η ίδια αποτελεί εχθρό του έρωτα»12.

Αν έχω προετοιμαστεί επαρκώς, μπορώ να ξαποστείλω τον άλλον μόλις διαπιστώσω ότι δεν παίρνω από τη σχέση αυτό που μου αξίζει. Βέβαια, το ότι δεν έχω ανάγκη κανέναν με οδηγεί στη θλιβερή διαπίστωση ότι κανείς δεν έχει ανάγκη εμένα. Με αποτέλεσμα να αναρωτιέμαι: «να εκπληρώσω τις προσωπικές μου επιθυμίες, στόχους και επιδιώξεις ή να διατηρήσω την ενότητα;». Καθένας καλείται να λύσει αυτές τις αντιφάσεις. Το ζήτημα είναι πώς θα το κάνει: μόνος ή μαζί με τον άλλον;

(Το παρόν κείμενο απoτελεί απόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Μπέλλου με τίτλο «Ο γκατζετ-Eros: Ο έρωτας στα χρόνια της τεχνολογίας», το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ι.Σιδέρης.)

Η συγγραφέας είναι ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια. Κατά την κλινική της πρακτική ακολουθεί την αυτοσχεδιαστική μέθοδο. Έχει λάβει ειδίκευση στη Συστημική Ψυχοθεραπεία, έχει εντρυφήσει με διατριβή στην Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία και τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί στην Ψυχανάλυση.

 

Πηγές:

  1. Ulrich Beck & Ulf Erdmann Ziegler, Μία ζωή δική μας. Εκδόσεις Νήσος, σελ. 67.
  2. Όπ. π., σελ. 69.  
  3. Ζακ-Αλέν Μιλέρ, Θεωρία της ψυχαναλυτικής θεραπείας. Εκδόσεις Εκκρεμές, σελ. 227.  
  4. Όπ. π., σελ. 227.  
  5. Esther Perel, Ερωτική νοημοσύνη. Εκδόσεις Κέλευθος.
  6. Anthony Giddens, Η μεταμόρφωση της οικειότητας. Εκδόσεις Πολύτροπον, σελ. 89.
  7. Κολέτ Σολέρ, Τι έλεγε ο Λακάν για τις γυναίκες. Εκδόσεις Ερατώ, σελ. 347.
  8. Κοιλάκος Νικόλαος, Το πεδίο των στενών σχέσεων. Εκδόσεις Ηρόδοτος, σελ. 36.
  9. Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ο γάμος έρωτα έχει αποτύχει; Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 33.
  10. Beck U. & Beck Gernsheim, E., «Individualization», London. Sage Πηγή: Κοιλάκος Νικόλαος, Το πεδίο των στενών σχέσεων. Εκδόσεις Ηρόδοτος, σελ. 36.
  11. Κολέτ Σολέρ, Τι έλεγε ο Λακάν για τις γυναίκες. Εκδόσεις Ερατώ, σελ. 347.
  12. Alain Badiou, Εγκώμιο για τον έρωτα. Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 20.

(545)