Διακρίνοντας τις «διαφορετικές» προσεγγίσεις στην… ψυχοθεραπεία!

Αναζητώντας κανείς τον κατάλληλο ψυχοθεραπευτή, θα ανακαλύψει ότι υπάρχουν πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις στην ψυχοθεραπεία.

Παρόλο που η εμπειρία και οι πιστοποιήσεις είναι βασικό κριτήριο στην αναζήτηση του κατάλληλου ειδικού, είναι σημαντικό να μπορεί κανείς να μπορεί να διακρίνει πιο είδος θεραπείας είναι πιο κοντά στις ανάγκες του, την φάση ζωής που βρίσκεται, αλλά και την προσωπικότητά του.

Το πώς ένας ψυχολόγος θα επιλέξει τον θεραπευτικό δρόμο που θα ακολουθήσει εξαρτάται από την εκπαίδευση και το στυλ και την προσωπικότητα του κάθε ψυχολόγου. Μερικοί ψυχολόγοι χρησιμοποιούν μια προσέγγιση με όλους τους θεραπευόμενους, άλλοι ακολουθούν έναν συνδυασμό (εκλεκτική προσέγγιση) και κάποιοι προσαρμόζουν την προσέγγισή τους βασιζόμενοι στις συγκεκριμένες ανάγκες, τα συμπτώματα και την προσωπικότητα του πελάτη.

Παρόλο που οι προσεγγίσεις συχνά φαίνονται να είναι τελείως διαφορετικές, έχουν αρκετά κοινά σημεία. Εξάλλου, η μονομερής προσκόλληση σε ένα τρόπο σκέψης ή σε μια προσέγγιση μπορεί να περιορίσει τις δυνατότητες και μπορεί να καταλήξει να είναι μια προσέγγιση που μοιάζει ξένη και απόμακρη από τον ασθενή.

Οι πιο διαδεδομένες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις είναι η γνωστική συμπεριφοριστική θεραπεία, η ψυχοδυναμική προσέγγιση, οι διαπροσωπικές θεραπείες και η συστημική ψυχοθεραπεία. Η γνωστική συμπεριφοριστική θεραπεία εστιάζει στην αναγνώριση και την αλλαγή δυσπροσαρμοστικών μοτίβων και συμπεριφορών, στην βελτίωση της διαχείρισης των συναισθημάτων και στο «σπάσιμο» του φαύλου κύκλου των δυσλειτουργικών συμπεριφορών. Αυτή η οπτική βοηθά το άτομο να αναγνωρίσει τη σύνδεση μεταξύ του πως σκέφτεται, του πως αισθάνεται και του πως συμπεριφέρεται ως αποτέλεσμα σκέψης και συναισθήματος.

Η ψυχοδυναμική προσέγγιση εστιάζει στην κατανόηση της προέλευσης των προβλημάτων των ασθενών ή των συμπτωμάτων τους. Ο θεραπευτής βοηθά τον ασθενή να αναγνωρίσει τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν επαναλαμβάνεται στο παρόν. Μέσα από τη διαδικασία, ο ασθενής καλείται να αναβιώσει και να θυμηθεί συναισθήματα του παρελθόντος και των πρώτων χρόνων της ζωής του, προκειμένου να μπορέσει να κατανοήσει ανεπίλυτες εσωτερικές συγκρούσεις και να καταφέρει μέσα από τη σχέση με το θεραπευτή του να βιώσει επανορθωτικές εμπειρίες στο τώρα.

Οι θεωρίες του «δεσμού» κερδίζουν έδαφος τα τελευταία χρόνια, καθώς η έρευνα για την ψυχοθεραπεία προχωρά. Αυτές οι προσεγγίσεις αξιοποιούν την εμπειρική έρευνα και την έρευνα πάνω στην νευροβιολογία για να κατανοήσουν τα μοτίβα των δυσλειτουργικών ανθρώπινων σχέσεων.

Οι επιστημονικές μελέτες για τη διαμόρφωση του δεσμού δείχνουν προς την κατεύθυνση ότι τα προβλήματα στις σχέσεις των ενηλίκων μπορούν να προβλεφθούν αξιόπιστα από συγκεκριμένα αναγνωρίσιμα μοτίβα «σύνδεσης» του παιδιού με τους γονείς του, μοτίβα που εντοπίζονται από το πρώτο κιόλας έτος ζωής του παιδιού. Οι θεραπευτές που χρησιμοποιούν τις προσεγγίσεις που βασίζονται στην θεωρία του δεσμού στοχεύουν στο να θεραπεύσουν υποσυνείδητες ψυχολογικές και βιολογικές προσεγγίσεις στον εγκέφαλο και να προωθήσουν την ανάπτυξη περισσότερων διαπροσωπικών ικανοτήτων. Τέτοιες ικανότητες περιλαμβάνουν την ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς και να σκέφτεται το τις συμβαίνει στο μυαλό του και το μυαλό των άλλων και να τα ξεχωρίζει.

Οι διαπροσωπικές θεωρίες εστιάζουν στην αναγνώριση και την κατανόηση των μοτίβων στις σχέσεις, με στόχο να γίνει κατανοητό γιατί μια συγκεκριμένη κατάσταση/συμπεριφορά συμβαίνει σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και στην αλλαγή των μοτίβων που δεν είναι λειτουργικά και την σταδιακή αντικατάστασή τους με πιο λειτουργικά μοτίβα. Σε αυτή την προσέγγιση, η εστίαση είναι στο «εδώ και τώρα».

Μια τέτοια προσέγγιση είναι και η θεραπεία Gestalt (Θεραπεία της Μορφής). Η θεραπεία Gestalt εστιάζει στο βίωμα του εδώ και τώρα και στην προσωπική ευθύνη. Ο στόχος, πέρα από την ύφεση των συμπτωμάτων, είναι η αύξηση της ζωτικότητας, της δημιουργικότητας και της απεμπλοκής από ανολοκλήρωτα ζητήματα που μπορεί να περιορίζουν την ικανοποίηση, την αυτοπραγμάτωση και την προσωπική ανάπτυξη.

Άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις επικεντρώνονται γύρω από την αυτοέκφραση, και την αυτοπραγμάτωση, όπου το θεραπευτικό πλαίσιο λειτουργεί ως ένα ασφαλές περιβάλλον για την έκφραση συναισθημάτων και σκέψεων. Τέτοιες είναι κυρίως οι προσωποκεντρικές θεραπείες. Οι δύο βασικοί στόχοι της προσωποκεντρικής θεραπείας είναι η αύξηση της αυτοεκτίμησης και η μεγαλύτερη ανοιχτότητα στην εμπειρία. Ο θεραπευτής μέσα από την άνευ όρων αποδοχή και την ενσυναίσθηση (τη δυνατότητα να «βλέπεις» μέσα από την οπτική του άλλου) στοχεύει να βοηθήσει τους ασθενείς να επιτύχουν μια μεγαλύτερη συμφωνία ανάμεσα στον ιδεατό και τον πραγματικό εαυτό τους.

Οι συστημικές προσεγγίσεις επιχειρούν να κατανοήσουν το πρόβλημα/δυσλειτουργία μέσα στο πλαίσιο το οποίο συμβαίνει. Για αυτό το λόγο, εστιάζουν στην κατανόηση και την αλλαγή των δυναμικών στις σχέσεις ,την οικογένεια , ακόμα και το εργασιακό περιβάλλον ενός ανθρώπου. Οι ρόλοι και οι συμπεριφορές που «παίρνουν» οι άνθρωποι σε μια οικογένεια ή σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο (δουλειά, παρέα, ομάδα) θεωρείται ότι καθορίζονται από άρρητους κανόνες του εκάστοτε πλαισίου και από την διάδραση ανάμεσα στα μέλη. Η αλλαγή σε οποιοδήποτε μέρος του οικογενειακού συστήματος και των δυναμικών, είτε με τη συμμετοχή εκείνου του μέλους της οικογένειας που φαίνεται να φέρει το πρόβλημα (αναγνωρισμένος ασθενής/ identified patient), είτε χωρίς, θεωρείται ότι μπορεί να οδηγήσει στην αλλαγή των συμπτωμάτων. Σε αυτό το είδος της θεραπείας, ο αναγνωρισμένος ασθενής σε μια οικογένεια θεωρείται από τον θεραπευτή ως ένα κομμάτι ενός ευρύτερου συστήματος που δημιουργεί ή διατηρεί το πρόβλημα.

 

Γράφει η Βασιλική Ντούμου, Ψυχολόγος και επιστημονικά υπεύθυνη του www.kontasou.com. 

 

 

(13547)